Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

Το Σπήλαιο της Θεόπετρας στη Θεσσαλία (Μέρος Β΄)




Αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα και ανθρακολογική μελέτη 

Ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες προκύπτουν επίσης από τα αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα και την ανθρακολογική μελέτη. 

Με τη διαδικασία του νεροκόσκινου εντοπίστηκαν στα παλαιολιθικά στρώματα καμένοι καρποί, όπως άγριο αμύγδαλο, βατόμουρο, σύκο, αγριοτσικουδιά, μπιζέλι, κράνο, ιπποφαές κ.ά. ψυχανθή (όσπρια-φακή, μπιζέλι, λαθούρι) και αγρωστώδη (δημητριακά-κριθάρι, βρώμη), ως αποτέλεσμα καρποσυλλογής προς βρώση καθώς και άλλα είδη αγριόχορτων προορισμένων κυρίως για ζωοτροφές, ενώ είναι πολύ πιθανό ότι οι Παλαιολιθικοί ένοικοι του σπηλαίου χρησιμοποιούσαν ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία καρπών και φυτών, που δεν επιβίωσαν ώστε να φθάσουν ως εμάς. Στα μεσολιθικά δείγματα εξακολουθεί η παρουσία άγριων οσπρίων, φρούτων και καρπών και άλλων φυτικών ειδών που είτε εντάσσονταν στο διαιτολόγιο των χρηστών του σπηλαίου είτε χρησιμοποιούνταν σε άλλες δραστηριότητες. Στη Νεολιθική περίοδο οι άγριοι πρόγονοι των δημητριακών αντικαθίστανται από καλλιεργούμενα είδη, ενώ το σιτάρι (μονόκοκκο και κυρίως δίκοκκο) αποτελεί το πολυπληθέστερο εύρημα. Παράλληλα με την καλλιέργεια των οσπρίων και των δημητριακών διατηρείται σε κάποιο βαθμό η παράδοση της τροφοσυλλογής από τους νεολιθικούς γεωργούς, όπως προκύπτει από τη συνεχιζόμενη παρουσία άγριων φυτών στο νεολιθικό αρχαιοβοτανικό σύνολο της θέσης. 

Η αρχαιοβοτανική αυτή συγκέντρωση προέκυψε από τη συστηματική συλλογή 550 περίπου δειγμάτων χώματος στα οποία έγινε η διαδικασία του νεροκόσκινου. Όπως γίνεται αντιληπτό, το αρχαιοβοτανικό υλικό της Θεόπετρας λόγω της παλαιότητάς του, καθώς είναι το αρχαιότερο που προέρχεται από αρχαιολογικές ανασκαφές στον ελλαδικό χώρο, συνιστά ένα πολύτιμο αρχείο δεδομένων για τη διερεύνηση των πρώιμων σταδίων εκμετάλλευσης του φυτικού κόσμου στον ελληνικό χώρο. Και κυρίως, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία από αυτό το υλικό είναι ότι είδη φυτών που στην Παλαιολιθική περίοδο τα βρίσκουμε σε άγρια μορφή, στη Νεολιθική τα συναντούμε καλλιεργημένα και αυτό επιβεβαιώνει τη συνέχεια του πολιτισμού στον ίδιο χώρο. 

Η ταύτιση των ξυλανθράκων, επίσης, από δείγματα που συλλέχθηκαν στο σπήλαιο, επιβεβαιώνουν, μέσω της βλάστησης που αναγνωρίστηκε κατά περιόδους τις κλιματικές συνθήκες που περιγράφηκαν με τις γεωλογικές αναλύσεις και σε αντιστοιχία με τα ισοτοπικά στάδια και με αναλύσεις γυρεόκοκκων που έχουν γίνει παλαιότερα σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και της Θεσσαλίας. Σύμφωνα με αυτά τα ευρήματα, η πρώτη εγκατάσταση ανθρώπων στο σπήλαιο συνέβη όταν κυριαρχούσε ο Prunus sp. σε ανοιχτά δάση. Στη συνέχεια, η διαδοχή εύκρατων δασών με φυλλοβόλο δρυ, σφένδαμνο και Fraxinus σε ανοιχτούς σχηματισμούς αντανακλούν τη βελτίωση του κλίματος κατά το ισοτοπικό στάδιο 5e της τελευταίας Μεσοπαγετώδους περιόδου. Σε περιόδους ψυχρού και ξηρού κλίματος επικρατούσε στεππική βλάστηση. Τέλος, η εξάπλωση της θερμόφιλης Pistacia και η επανεμφάνιση εύκρατων ειδών σε δάση τονίζουν την κλιματική βελτίωση του Ολοκαίνου. 

Χρονολόγηση με διάφορες μεθόδους 

Η ανασκαφή στο σπήλαιο της Θεόπετρας είναι από τις περισσότερο χρονολογημένες αρχαιολογικές θέσεις στην Ελλάδα και λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας χρήσης του χώρου και λόγω της παλαιότητάς του αλλά και λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος από την πλευρά του Δρος Γιώργου Φακορέλλη, ο οποίος συχνά έκανε και τη δειγματοληψία μόνος του. Πάνω από 70 δείγματα έχουν χρονολογηθεί στο Ερευνητικό Κέντρο Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» που κυμαίνονται από τα 46330±1590 (cal BP) έως τα 2870-2350 π.Χ., αλλά και μ.Χ. ηλικίες από την πιο πρόσφατη χρήση του σπηλαίου. Όσον αφορά όμως στις παλαιότερες ηλικίες, αυτές ξεπερνούν τα όρια των δυνατοτήτων του Άνθρακα 14. Έτσι, επιχειρήθηκε νέα δειγματοληψία στα βαθύτερα στρώματα και έγιναν νέες χρονολογήσεις στο Εργαστήριο Επιστημών Κλίματος και Περιβάλλοντος του CNRS στη Γαλλία (Centre des Faibles Radioactivités, Laboratoire Mixtes C.N.R.S.-C.E.A.) με τη μέθοδο της Θερμοφωταύγειας, σύμφωνα με τις οποίες οι παλαιότερες ηλικίες χρήσης του σπηλαίου από τον άνθρωπο φθάνουν τα 110-135.000 χρόνια πριν από σήμερα. Όπως είναι ευνόητο, τα νέα αποτελέσματα έθεσαν σε νέα συζήτηση την όλη στρωματογραφική ακολουθία και τη χρήση του χώρου. 

Επιπλέον χρονολογήσεις όμως έγιναν και σε άλλα εργαστήρια διεθνώς, όπως στο Simon Frazer University του Καναδά, στο Ινστιτούτο Weizmann του Ισραήλ, στην Οξφόρδη και στο Poznań Radiocarbon Laboratory στην Πολωνία, προκειμένου να υπάρξει διασταύρωση των αποτελεσμάτων αλλά και όταν η ποσότητα του άνθρακα δεν ήταν επαρκής και απαιτούνταν επιταχυντής. Πρόσφατα βγήκαν τα αποτελέσματα ανάλυσης δειγμάτων από τα παλαιολιθικά ιζήματα του σπηλαίου προκειμένου να ανιχνευτούν κατάλοιπα τέφρας από ηφαιστειακές εκρήξεις και να αποδοθούν σε συγκεκριμένα ηφαίστεια αλλά και σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους που αυτά έλαβαν χώρα. Από αυτή την ανάλυση εντοπίστηκαν πράγματι τρεις επικαθήσεις τέφρας που αντιστοιχούν χρονολογικά στα 128-131.000 χρόνια πριν, στα >50.000 και στα 45.700. Το πρώτο και το τρίτο αποδίδoνται στο ηφαίστειο Pantelleria και το δεύτερο στης Νισύρου. Περαιτέρω προκύπτει από τις ίδιες αναλύσεις η σύνδεση της εντατικής χρήσης του σπηλαίου με διαστήματα καλού κλίματος. 

Κινητά ευρήματα 

Όπως είναι ευνόητο, τα μικρά/κινητά ευρήματα αυτής της ανασκαφής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία λόγω του χρονικού εύρους που αντιπροσωπεύουν. Επίσης, ήταν πυκνότερα σε περιόδους εντατικής χρήσης του σπηλαίου, π.χ. κατά τη Μέση Παλαιολιθική αλλά και μετά την τελευταία παγετώδη διαρκούσης της Ανώτερης Παλαιολιθικής, ενώ ήταν σχεδόν σπάνια κατά την πολύ ψυχρή φάση της Ανώτερης Παλαιολιθικής. Και στη Νεολιθική υπάρχει διαφοροποίηση, η Μέση και κυρίως η Νεότερη Νεολιθική είναι πλουσιότερες σε ευρήματα, κάτι το οποίο είναι αναμενόμενο αφού η οικονομία συνεχώς βελτιωνόταν ως συνέπεια του βελτιωμένου κλίματος, όπως και οι ανταλλαγές μεταξύ των οικισμών. Προς το τέλος της Νεολιθικής ωστόσο, τα ευρήματα της καθημερινότητας γίνονται σπάνια και όσα βρέθηκαν προσδίδουν στο σπήλαιο έναν ιδιαίτερο (συμβολικό) χαρακτήρα (βλ. παρακάτω σχετικά).

Θα δούμε τώρα μερικά αντιπροσωπευτικά ευρήματα από κάθε περίοδο: 

Οι Μεσοπαλαιολιθικές επιχώσεις, που αποτελούν και τον κύριο όγκο των επιχώσεων του σπηλαίου, έχουν μεγάλη πυκνότητα λίθινων εργαλείων, συγκρινόμενες με εκείνες των ψυχρών περιόδων, και αυτό παραπέμπει σε μια περίοδο έντονης δραστηριότητας στο σπήλαιο, αν και ίσως όχι σε μόνιμη βάση. Τα εργαλεία αυτά, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά φαίνεται πως κατασκευάζονταν από πυριτόλιθο ο οποίος βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε χαλίκια ασβεστολιθικά από τον ίδιο τον πυθμένα της σπηλιάς, καθώς και από χαλαζία.

Δείγματα πυριτόλιθου από το υπόβαθρο του σπηλαίου

Αργότερα κατασκευάζονταν κυρίως από ραδιολαρίτη και σοκολατί πυριτόλιθο και λιγότερο από χαλαζία, και είναι πολύ καλής τεχνολογίας: η τεχνική Levallois έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή φολίδων, λεπίδων και αιχμών. Εντυπωσιακή αριθμητικά είναι η παρουσία ξέστρων, ενώ σε μικρότερες ποσότητες υπάρχουν και άλλοι τύποι εργαλείων, όπως μαχαίρια με ράχη (backed knives), μουστέριες αιχμές (mousterian points), εγκοπές (notches), κολοβώσεις (truncations) και οδοντωτά (denticulates), μεταξύ των οποίων φυλλόσχημες αιχμές και αμφίπλευρες.

Λίθινα εργαλεία από πυριτόλιθο, Μέσης Παλαιολιθικής

Αντίθετα, όλη η σκληρή επίχωση με τα χαρακτηριστικά του ψυχρού κλίματος κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική, έχει πολύ χαμηλή πυκνότητα εργαλείων, διαφορετικών τύπων και μεγεθών, προσαρμοσμένων στις περιορισμένες δραστηριότητες λόγω του ψυχρού κλίματος, αλλά πολύ περιορισμένα είναι επίσης και τα άλλα ευρήματα (οστά, κάρβουνα κ.λπ.) υπονοώντας και περιορισμένη χρήση του σπηλαίου από έναν μικρό αριθμό ατόμων.

Εργαλεία από πυριτόλιθο, της Ανώτερης Παλαιολιθικής

Η Ανώτερη Παλαιολιθική λιθοτεχνία, σαφώς πιο περιορισμένη, όπως είπαμε, αριθμητικά σε σχέση με τη Μέση Παλαιολιθική, περιλαμβάνει επίσης κολοβώσεις, εγκοπές, οδοντωτά και κυρίως φολίδες με μερική δευτερογενή επεξεργασία σε μία ή και τις δύο κόψεις. Λεπίδες και ξέστρα είναι τα κυριότερα είδη αυτής της λιθοτεχνίας, ενώ και άλλοι τύποι σε μικρότερες ποσότητες δεν λείπουν. Οι μικρολεπίδες είναι σπάνιες, υπάρχουν ωστόσο. Τα εργαλεία αυτά είναι αποκλειστικά φτιαγμένα από διάφορα είδη ραδιολαρίτη τα οποία θεωρούνται γηγενή, ωστόσο υπάρχουν και υλικά φερμένα από αλλού, ενώ η ύπαρξη πυρήνων δείχνει επιτόπια κατασκευή. Σε γενικές γραμμές αυτά τα σύνολα μπορούν να αποδοθούν στο σύμπλεγμα της Επιγραβέτιας λιθοτεχνίας, γνωστής και από άλλες θέσεις του ελλαδικού χώρου.

Στις επιχώσεις που αντιστοιχούν μετά το τέλος της τελευταίας παγετώδους όμως, στην ανατολική περιοχή του σπηλαίου που δεν επηρεάστηκε από τη διαγένεση, βρέθηκε ένα ζευγάρι διάτρητων δοντιών ελαφιού και αργότερα ένα όστρεο γλυκού νερού, επίσης με διάτρηση, που αποτελούν τα πρώτα δείγματα αυτοδιακόσμησης των ανθρώπων στη Θεσσαλία. Η διάτρηση έγινε με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τον χρησιμοποιημένο αργότερα στη Νεολιθική περίοδο σηματοδοτώντας τεχνολογικές εξελίξεις στην κατεργασία των υλικών. Στα ίδια στρώματα σε αυτή την περιοχή υπήρξε μια πραγματική έξαρση λίθινων τέχνεργων που αντανακλούν καθαρά μια περίοδο βελτιωμένου κλίματος και έντονης ανθρώπινης παρουσίας και δραστηριοτήτων. 

Όστρεο γλυκού νερού Ανώτερης Παλαιολιθικής

Η μελέτη της μεσολιθικής λιθοτεχνίας που παρουσιάζει ομοιότητες αλλά και διαφορές από τις γνωστές ως τώρα παραθαλάσσιες, κυρίως, μεσολιθικές θέσεις του ελλαδικού χώρου, αναμένεται να δώσει απαντήσεις που αφορούν στον χαρακτήρα της οικονομίας αυτής της περιόδου στην περιοχή, που είναι ευνόητο ότι θα διαφέρει από μιας παραθαλάσσιας θέσης (όπως π.χ. το Φράγχθι ή ο Μαρουλάς της Κύθνου). Κατά τη Μεσολιθική δίνεται έμφαση στην παραγωγή και αξιοποίηση φολίδων, κάτι το οποίο έχει τονιστεί και για το σπήλαιο Φράγχθι της αντίστοιχης περιόδου. 

Αν και όπως προαναφέρθηκε η νεολιθική στρωματογραφία είναι ιδιαίτερα διαταραγμένη, μια μεγάλη ποικιλία κεραμικής, αντιπροσωπεύει όλους τους γνωστούς τύπους αλλά και όλες τις πολιτισμικές φάσεις αυτής της περιόδου στη Θεσσαλία, ακόμη και τις πρωιμότερες, μεγάλο μέρος της οποίας είναι πολύ καλής ποιότητας.

Αγγείο της Αρχαιότερης Νεολιθικής

Ομοίως και άλλα είδη μικρών ευρημάτων, από οστά, κέρατα, λειασμένου λίθου κ.ά., πιστοποιούν τη χρήση του σπηλαίου κατά τη Νεολιθική περίοδο. Μια ποικιλία επίσης απολεπισμένων λίθινων εργαλείων από πυριτόλιθο κυρίως, αλλά λιγότερο και από οψιανό, δείχνει κυρίως επιτόπια κατασκευή σε ποσοστό περίπου 81%, αφού υπάρχει αυξημένη παρουσία καταλοίπων της παραγωγής τους, συμπεριλαμβανομένων των πυρήνων. Κάποιες φορές ωστόσο υπάρχουν και εισηγμένα κομμάτια. Επίσης τα μετρημένα ειδώλια, όλα διαφορετικών τύπων, υποδεικνύουν μη επιτόπια παραγωγή.

Ειδώλιο καθιστής γυναίκας, Μέσης Νεολιθικής

Και όσο κι αν η Νεολιθική περίοδος μας είναι γνωστή από τις ανασκαμμένες ανοιχτές θέσεις της θεσσαλικής πεδιάδας, φαίνεται πως ο χαρακτήρας αυτού του σπηλαίου, κυρίως προς το τέλος της Νεολιθικής περιόδου, ήταν ιδιαίτερος, αν κρίνει κανείς από κάποια εξαιρετικά ευρήματα, όπως ένα χρυσό περίαπτο, κάποια βαλκανικής προέλευσης ειδώλια και αντικείμενα, ως αποτέλεσμα ανταλλαγών σε πρώτο ή δεύτερο επίπεδο, που πάντως αποδεικνύουν ευρύ δίκτυο διακίνησης προϊόντων όχι πρώτης ανάγκης. Και επίσης, ένας σημαντικός αριθμός κοσμημάτων από όστρεο που σπανίζουν γενικά στο εσωτερικό της Θεσσαλίας επιβεβαιώνουν ίσως την άποψη ότι προς το τέλος της Νεότερης Νεολιθικής, όταν πια είχαν παγιωθεί για τα καλά οι υπαίθριες εγκαταστάσεις, το σπήλαιο φαίνεται να αποτελούσε πια έναν προορισμό με ιδιαίτερο συμβολισμό. Aντίθετα, η παρουσία πολλών μυλολίθων (τουλάχιστον 100 έχουν βρεθεί) υπονοεί μια μονιμότητα διαμονής για μεγάλα διαστήματα του χρόνου για κάποιες από τις περιόδους της Νεολιθικής. 

Ακέραιος μυλόλιθος με κατάλοιπα ερυθρού χρώματος

Η Θεόπετρα και ο ρόλος της στη διαμόρφωση του προϊστορικού τοπίου της Θεσσαλίας 
(εκτίμηση της διευθύντριας των ανασκαφών του Σπηλαίου της Θεόπετρας κας Νίνας Κυπαρίσση- Αποστολίκα).
   
Η ανασκαφή της Θεόπετρας ξεκίνησε με μεγάλη επιφύλαξη λόγω της απειρίας μας τότε σε ανασκαφές σπηλαίων αλλά και με ενθουσιασμό λόγω της πρωτόγνωρης εμπειρίας που μας προσφερόταν. Ήλπιζα πράγματι, ίσως και λόγω του ιδιαίτερου περιβάλλοντος, ότι εδώ θα μας αποκαλύπτονταν πράγματα που δεν είχαμε δει ως τότε στις ανασκαφές των υπαίθριων νεολιθικών οικισμών της θεσσαλικής πεδιάδας. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είχαμε φανταστεί αυτό που τελικά αποκαλύφθηκε: την τεκμηρίωση της διαχρονικής παρουσίας του ανθρώπου στη Θεσσαλία τα τελευταία 130.000 χρόνια της προϊστορίας! Δεν μπορώ να περιγράψω τη συγκίνηση κάθε φορά που αποκαλυπτόταν μια ανθρώπινη ταφή – όσο και αν ήμουνα εξοικειωμένη με ταφές ιστορικών ή και νεολιθικών χρόνων. Εκείνες βρίσκονταν πάντα μέσα στα συγκεκριμένα όρια τάφων ή μέσα σε αγγεία. Το να πέφτεις όμως σε ταφή μέσα στον τεράστιο όγκο των επιχώσεων στη Θεόπετρα γινόταν από καθαρή τύχη, αφού δεν υπήρχαν ενδείξεις γι’ αυτό. Ίσως δε η αποκάλυψη αποτυπωμάτων ανθρώπινων πελμάτων να ήταν μια ακόμη δυνατότερη δόση συγκίνησης αφού αυτό ήταν εντελώς έξω από τις προσδοκίες μας. 

Πέρα από κάθε αμφισβήτηση που είχε διατυπωθεί στο παρελθόν στη βιβλιογραφία (Perlès 1988, Runnels 1988) αποδεικνύεται εδώ η συνέχεια του πολιτισμού στο θεσσαλικό χώρο πολύ πριν τη Νεολιθική εποχή. Παλαιολιθικά ευρήματα είχαν εντοπιστεί σποραδικά κατά τη δεκαετία του ’50 σε αναβαθμίδες του Πηνειού ποταμού, ελλείψει όμως σχετικών ανασκαφών που να αποδεικνύουν την εγκατάσταση ανθρώπων κατά τις περιόδους αυτές στο χώρο της Θεσσαλίας, τα ευρήματα εκείνα είχαν αποδοθεί, από ξένους κυρίως μελετητές, σε σποραδικές μετακινήσεις παλαιολιθικών κυνηγών από άλλα μέρη της Ελλάδας, π.χ. το Φράγχθι της Αργολίδας όπου έχει εντοπιστεί η Ανώτερη Παλαιολιθική-Μεσολιθική και Νεολιθική (όχι όμως και η Μέση Παλαιολιθική περίοδος). Ιδιαίτερα δε τονιζόταν, παλαιότερα, η παντελής απουσία της Μεσολιθικής περιόδου στη Θεσσαλία, περιοχή η οποία αντιμετωπίζεται ως η κοιτίδα του Νεολιθικού πολιτισμού στην Ελλάδα, δεν της αναγνωριζόταν όμως καμία πολιτισμική υποδομή, καθώς θεωρούνταν ότι οι γνώσεις που έκαναν τη διαφορά της Νεολιθικής με τις προγενέστερες βαθμίδες της προϊστορίας, δηλαδή η καθιέρωση της γεωργίας και η κεραμική τεχνολογία, οφείλονταν στη μετακίνηση πληθυσμών από τη Μέση Ανατολή και στη μετάδοση των σχετικών εμπειριών. Φωνές σαν του Δ. Θεοχάρη που πολύ νωρίς έλεγε πως και εδώ (στον ελλαδικό χώρο) υπήρχαν οι ίδιες περιβαλλοντικές συνθήκες και θα μπορούσε και εδώ να έχουν αναπτυχθεί αυτές οι γνώσεις όπως και στη Μέση Ανατολή και πως πρέπει να αναζητήσουμε την προς τα πίσω συνέχεια της Νεολιθικής σε σπήλαια, δεν είχαν βρει αμέσως ανταπόκριση. 

Με την ανασκαφή της Θεόπετρας όχι μόνο βρέθηκε η προς τα πίσω συνέχεια της Νεολιθικής (η Μεσολιθική) στη Θεσσαλία, αλλά οι επιχώσεις πήγαν πολύ πιο πίσω στο χρόνο αναδεικνύοντας τη θέση αυτή σε ένα καταφύγιο ανθρώπων για πολλές χιλιάδες χρόνια, ανθρώπων με δραστηριότητες σίγουρα και έξω από το σπήλαιο ακολουθώντας πιθανότατα τα ζώα στην αναζήτηση της τροφής τους και καλύτερων συνθηκών θερμοκρασίας τα καλοκαίρια στα γύρω βουνά, όταν το κλίμα προσφερόταν, ενώ σε πολύ ψυχρές περιόδους χάρη στο σπήλαιο αυτό επιβίωσε μικρός ίσως αριθμός ανθρώπων, που οδήγησαν όμως τον πολιτισμό στα επόμενα στάδια και εν τέλει στη Νεολιθική «επανάσταση».

Γιατί από τα ευρήματα του σπηλαίου αποδεικνύεται ότι και η καλλιέργεια των καρπών ήταν το αποτέλεσμα γνώσεων που αποκτήθηκαν από τα άγρια φυτά – αφού τα ίδια είδη βρίσκονται σε άγρια κατ’ αρχήν μορφή και σε καλλιεργημένη αργότερα στη Νεολιθική, αλλά και η κεραμική τεχνολογία πέρασε από πολλά μεταβατικά στάδια, αφού η συγκέντρωση, σχηματοποίηση και το στέγνωμα του πηλού είναι βεβαιωμένα τουλάχιστον από τις μεσολιθικές επιχώσεις της Θεόπετρας και οδήγησαν στην οργανωμένη πια κεραμική τεχνολογία της Νεολιθικής. Ότι θα υπήρξαν και ανταλλαγές γνώσεων με πληθυσμούς που οπωσδήποτε μετακινούνταν από κοντινές περιοχές, το θεωρούμε βέβαιο.


Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτέλεσε τον πυρήνα (ή έναν από τους πυρήνες) όπου αναπτύχθηκε ο πολιτισμός μας και το σημείο «εκκίνησης» και διασποράς των νεολιθικών εγκαταστάσεων στη Θεσσαλία, αφού οι περισσότεροι οικισμοί της Αρχαιότερης Νεολιθικής εντοπίζονται στη δυτική Θεσσαλία, στην πεδιάδα Τρικάλων-Καρδίτσας (Μεγάλο Κεφαλόβρυσο, Μαγουλίτσα, Πρόδρομος και άλλοι μη ανασκαμμένοι) με μια διασπορά προς Β (Γρεβενά) και ανατολικά (Λάρισα, Βόλος).

Διασπορά του ανθρώπινου πληθυσμού με πυρήνα τη Θεόπετρα

Τέλος, υπάρχει η άποψη ότι τα σπήλαια στο Αιγαίο λειτούργησαν γενικότερα ως τόποι συμβολισμού. Στη Θεόπετρα κάτι τέτοιο θα μπορούσαμε μάλλον να το υποστηρίξουμε για το τέλος της Νεολιθικής περιόδου οπότε, σύμφωνα με τα περιορισμένα συνήθη ευρήματα οικιακής οικονομίας, φαίνεται ότι παύει η συνεχής χρήση του σπηλαίου και ίσως μεταβάλλεται σε συμβολικό τόπο προσφορών.


Δείτε το Α' μέρος της μελέτης εδώ

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ορφικός Ύμνος Έρωτος




θυμίαμα ἀρώματα 

Κικλήσκω μέγαν, ἁγνόν, ἐράσμιον, ἡδὺν Ἔρωτα, 
τοξαλκῆ, πτερόεντα, πυρίδρομον, εὔδρομον ὁρμῇ, 
συμπαίζοντα θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις, 
εὐπάλαμον, διφυῆ, πάντων κληῖδας ἔχοντα, 
αἰθέρος οὐρανίου, πόντου, χθονός, ἠδ' ὅσα θνητοῖς 
πνεύματα παντογένεθλα θεὰ βόσκει χλοόκαρπος, 
ἠδ' ὅσα Τάρταρος εὐρὺς ἔχει πόντος θ' ἁλίδουπος 
μοῦνος γὰρ τούτων πάντων οἴηκα κρατύνεις. 
ἀλλά, μάκαρ, καθαραῖς γνώμαις μύσταισι συνέρχου, 
φαύλους δ' ἐκτοπίους θ' ὁρμὰς ἀπὸ τῶνδ' ἀπόπεμπε. 


Μετάφραση

Επικαλούμαι τον μεγάλον, τον αγνόν τον περιπόθητον, τον γλυκύν Έρωτα, 
τον ισχυρόν τοξότην τον πτερωτόν πού φλογίζει με δύναμιν τους 
ανθρώπους, τον ταχύν και ορμητικόν που παίζει μαζί με τους θεούς και 
με τους θνητούς ανθρώπους τον έξυπνον τον εφευρετικόν με τάς δύο 
φύσεις, πού κρατεί τα κλειδιά των πάντων, τα κλειδιά του επουρανίου 
αιθέρος, της θαλάσσης και της γης και όσα πνεύματα, πού γεννούν τα 
πάντα εις τους ανθρώπους, τρέφει ή θεά, παράγουσα χλωρούς καρπούς 
και όσα έχει ο ευρύς Τάρταρος και η θορυβώδης θάλασσα διότι μόνον εσύ 
κρατείς το πηδάλιον (είσαι, κυρίαρχος) όλων αυτών. Αλλά ώ μακάριε, με 
καθαρές διαθέσεις έλα μαζί με τους μύστας και απομάκρυνε από αυτούς 
τις φαύλες και παράδοξες ορμές. 


Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

Κρόκος: η αρχαία θεϊκή κίτρινη βαφή




Τά δέ βαπτόμενα πάντα τάς χρόας ἀπό τῶν βαπτόντων λαμβάνει. πολλά μέν γάρ τοῖς ἄνθεσι βάπτεται τοῖς φυομένοις, πολλά δέ ῥίζαις, πολλά δέ φλοιοῖς ἤ ξύλοις ἤ φύλλοις ἤ καρποῖς [...] καί ὅλως ὅσα χρόας ἰδίας ἔχει. ἀεί γάρ ἀπό πάντων αὐτῶν, ἅμα τῷ τε ὑγρῷ καί θερμῷ τῶν χρωμάτων συνεισιόντων εἰς τούς τῶν βαπτομένων πόρους, ὅταν ἀποξηρανθῇ, τάς ἀπ’ ἐκείνων χρόας λαμβάνει… 

Αριστοτέλης, Περί χρωμάτων, 794α,16. 

Η ανωτέρω καταγραφή του Αριστοτέλη φανερώνει τις ανεξάντλητες πηγές της φύσης, όπως άνθη, ρίζες, φύλλα, φλοιοί, ξύλα και καρποί, που χρησιμοποιούσαν στη βαφική οι αρχαίοι τεχνίτες βαφείς. 

Ο κρόκος, η πορφύρα, το ερυθρόδανο και το ινδικό θεωρούνται τα αρχαιότερα βαφικά υλικά που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Στην Aνατολή φαίνεται ότι αυτά τα βαφικά χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά πριν από τουλάχιστον 4.000 χρόνια. Στο Αιγαίο οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αυτά τα υλικά, καθώς και όμοια, από τους προϊστορικούς χρόνους. 

Η χρήση του κρόκου και ειδικά των στιγμάτων του άνθους, ως άρωμα, φαρμακευτικό και κίτρινο βαφικό υλικό μαρτυρείται στην τέχνη της εποχής, καθώς και σε γραπτά κείμενα Γραμμικής Β. Πράγματι υπήρξε βασικό ζωγραφικό στοιχείο σε τοιχογραφίες και αγγεία. Δυστυχώς δεν έχουν εντοπισθεί κατάλοιπα βαφικού υλικού, αφού αυτό είναι αδύνατο για λόγους που θα περιγραφούν παρακάτω. 

Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, η ελληνική λέξη «κρόκος» προέκυψε όταν ο θεός Ερμής, παίζοντας στα λιβάδια με το φίλο του Κρόκο, τον τραυμάτισε θανάσιμα άθελά του στο κεφάλι. Πέφτοντας ο Κρόκος νεκρός, τρεις σταγόνες από το αίμα του έπεσαν στο κέντρο του λουλουδιού και προέκυψαν τρία νηματίδια στο χρώμα του αίματος. Έκτοτε το λουλούδι πήρε το όνομα κρόκος. Οι θεϊκοί συμβολισμοί είναι προφανείς για τον κρόκο, το λουλούδι με τα σπάνια χαρίσματα, που έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά μέχρι σήμερα σαν φάρμακο, άρτυμα και βαφικό υλικό. 

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα γράφει ότι όταν ο Δίας αγκάλιαζε την Ήρα φύτρωναν γύρω κρόκοι, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει «Ηώς μεν κροκόπεπλο» (Θ,1,Τ,1) παρομοιάζοντας την αυγή με το κίτρινο του κρόκου.


Οι αφηγηματικές τοιχογραφίες της Μινωικής εποχής πιστοποιούν τη μεγάλη χρήση του κρόκου ως αρώματος, φαρμακευτικού και βαφικού υλικού. Γνωστή είναι η τοιχογραφία των ανακτόρων της Κνωσού της 2ης χιλιετίας π.Χ. με τον γαλάζιο κροκοσυλλέκτη πίθηκο.

Είναι χαρακτηριστική η περίφημη τοιχογραφία «κροκοσυλλέκτριες» από τη Σαντορίνη του 16ου π.Χ. αιώνα, όπου νέες, με πολύχρωμες ενδυμασίες συλλέγουν κρόκους από βράχους (βλ. εικ.). Παρατηρούμε άφθονη απεικόνιση κρόκων, ακόμη και στον αέρα με καταφανή σχεδίαση των στιγμάτων του άνθους, λόγω της σημασίας τους. Οι σειρές των τοιχογραφιών αυτών με τις τελετουργικές συλλογές του κρόκου καταδεικνύουν την ξεχωριστή θέση, που είχε την εποχή εκείνη ως βαφικό και φαρμακευτικό υλικό. 

Κροκοσυλλέκτρια στο Ακρωτήρι της Θήρας, 1650 π.Χ.

Ο περίτεχνος και τελετουργικός υφασμένος πέπλος, που κάθε πέντε χρόνια αφιέρωναν οι Αθηναίοι στη θεά Αθηνά κατά τη μεγάλη εορτή των Παναθηναίων, ήταν κροκωτός. Το ύφασμα της θεάς Άρτεμης ήταν επίσης κροκωτό. Η Ιφιγένεια προσήλθε στη θυσία της με κροκοβαμμένο ύφασμα. Ο Αισχύλος καταγράφει ότι τα επίσημα ενδύματα του Δαρείου ήταν βαμμένα με κρόκο. Το ακαταμάχητο του χρώματος εμφανίζεται καθαρά στις κωμωδίες του Αριστοφάνη: η Λυσιστράτη παροτρύνει την Κλεονίκη να φτιάξει κροκωτό αραχνοΰφαντο φόρεμα, ώστε οι άνδρες από θαυμασμό να μην μπορούν ούτε το δόρυ να σηκώσουν ενώ ο Διόνυσος στους Βατράχους μεταμφιέζεται σε Ηρακλή φορώντας τη λεοντή επάνω από τον κροκωτό χιτώνα. 

Από τους αρχαίους συγγραφείς ο Αριστοτέλης καταγράφει ότι υπήρχε άφθονος κρόκος στη Σικελία. Ο Θεόφραστος μεταξύ άλλων περιγράφει την ποώδη φύση, την όψιμη βλάστηση με την παρατήρηση ότι το άνθος κρατάει μόνο λίγες ημέρες. Θεωρεί πολύ καλό μυρωδικό το κρόκινο μύρο και καταγράφει ότι ο άριστος κρόκος βγαίνει στην Κιλικία και στην Αίγινα. Ο Στράβων θεωρεί ότι από το Κωρύκειο άντρο της Κιλικίας προκύπτει ο καλύτερος κρόκος. Ο Διοσκουρίδης καταγράφει τις φαρμακευτικές χρήσεις του κρόκου και θεωρεί τον κρόκο κράτιστο των φυτικών ιαμάτων ως αντιφλεγμονώδες, αναλγητικό, αντισηπτικό κ.ά. Θεωρεί καλύτερο σε ποιότητα τον προερχόμενο από την Κιλικία, με δεύτερο τον κρόκο της περιοχής του Ολύμπου της Λυκίας, ενώ θεωρεί κατώτερης ποιότητας τον κρόκο της Σικελίας. Ο Πλίνιος συμφωνεί ότι ο άριστος κρόκος ήταν της Κιλικίας ενώ θεωρεί επόμενο καλύτερο τον κρόκο της Σαντορίνης. 

Η πρώτη αναφορά σε καλλιέργεια κρόκου χρονολογείται από το 2300 π.Χ. καθώς καταγράφεται ότι ο Σαργών, βασιλιάς της περιοχής του Ευφράτη, γεννήθηκε στην πόλη Azupirano δηλαδή την «πόλη του κρόκου». Στην Αίγυπτο η πρώτη καταγραφή ήταν στον πάπυρο Ebers (1500 π.Χ.) όπου αναφέρεται ο κρόκος σε ιατρικά παρασκευάσματα. 

Έλληνες, Αιγύπτιοι και Ρωμαίοι έκαιγαν κρόκο για θυμίαμα στους θεούς. Το ίδιο συνεχίζεται μέχρι σήμερα στην Ινδία και στην Κίνα όπου ακόμη και σήμερα τα ράσα των Βουδιστών είναι βαμμένα με κρόκο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρήση του είναι διαχρονική και συνεχής σε όλη την Ανατολή από την Ινδία και τα υψίπεδα του Κασμίρ μέχρι τις δυτικές παραμεσόγειες χώρες. Στα περσικά ονομάσθηκε azafran και στα αραβικά zafaran, ενώ στη Μ. Ασία και στο Αιγαίο, στα νεότερα χρόνια, ζαφορά.

Οι Ρωμαίοι διατηρούν το όνομα κρόκος ενώ το φυτό καλλιεργείται κυρίως στη Σικελία και στην Κυρηναϊκή. Η χρήση του κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήταν συνεχής. Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου χρησιμοποιούνταν συχνά ως βαφικό υλικό σε χρυσογραφίες, αγιογραφίες (φωτοστέφανο αγίων) σε ξύλο ή τοίχους καθώς και σε βυζαντινά χειρόγραφα, όπου τα κεφαλαία γράμματα σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές παραδόσεις βάφονταν με κρόκο. Οι εικόνες, οι παραστάσεις σε τοιχογραφίες και τα βιβλία που είχαν βαφεί με κρόκο διασώζονται μέχρι τις ημέρες μας. 

Για τους χριστιανούς ο κρόκος είναι ένα από τα εξήντα υλικά, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του Αγίου Μύρου, δηλαδή του τελετουργικού υλικού που συμβολίζει τα πνευματικά δώρα του Αγίου Πνεύματος τα οποία λαμβάνουν οι πιστοί κατά τη διαδικασία του μυστηρίου του Χρίσματος. 

Στο Αιγαίο, όπως προαναφέρθηκε, ο κρόκος ως φαρμακευτικό και βαφικό υλικό ήταν γνωστός από την προϊστορική εποχή. Σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων υπάρχει αυτοφυής κρόκος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η σύγχρονη κροκοσυλλογή είναι μικρής εμβέλειας. Γίνεται σε ορισμένα νησιά, όπως η Σαντορίνη, η Τήνος (υπάρχει και ομώνυμο χωριό), η Κάρπαθος κ.ά. Στην Αστυπάλαια ακόμη βάφουν όλα τα πασχαλινά εδέσματα με κρόκο. Στην Κρήτη η καλλιέργεια γινόταν από τη Μινωική εποχή και υπήρχαν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν αρκετά χωριά με το όνομα κρόκος. Η παρουσία Βενετών εμπόρων στο Αιγαίο αλλάζει περιστασιακά το όνομα με το αραβικό ζαφορά ή σαφράνι να κυριαρχεί. 



Σήμερα στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ελάχιστα σε μορφή στιγμάτων ή σκόνης, σε εδέσματα, όπως λαμπρόπιτες, πασχαλινά κουλούρια κ.ά. Αλλά και ως υλικό έχει πολλές χρήσεις διότι εκτός από άρτυμα και βαφικό υλικό τροφών, είναι γνωστές οι ιδιότητές του σαν φάρμακο (αφροδισιακό κ.ά.). Στον ελλαδικό χώρο καλλιεργείται μόνο στο Ν. Κοζάνης, γύρω από το ομώνυμο χωριό Κρόκος. Στην περιοχή παράγονται 6-8 τόνοι αποξηραμένων στιγμάτων ετησίως. Θεωρείται το ακριβότερο μπαχαρικό με αρκετούς τόνους στιγμάτων να εξάγονται τυποποιημένοι σε διάφορες χώρες, κυρίως της Ανατολής. 


Φυτολογία & τεχνολογίες βαφής 

Υπάρχουν καταγεγραμμένα 79 είδη βολβόριδων κρόκων, αυτοφυή σε όλες τις παραμεσόγειες χώρες μέχρι την Κίνα και την Ινδία. Το ενδιαφέρον από την αρχαιότητα εστιάζεται στο λεγόμενο ήμερο κρόκο (Crocus sativus L.) που καλλιεργείται σήμερα κυρίως στην Ισπανία και σε χώρες της Ανατολής (Ιράν, Κίνα, Ινδία).

Στον ελλαδικό χώρο εντατική καλλιέργεια, όπως προαναφέρθηκε, γίνεται σήμερα στην περιοχή της Κοζάνης. Από την αρχαιότητα στο Αιγαίο εμφανίζονται και δύο άλλες παραπλήσιες ποικιλίες. 

Στα Κυκλαδονήσια εμφανίζεται ο αυτοφυής άγριος κρόκος, ο λεγόμενος Καρτραϊκός, συνήθως σε χαμηλό υψόμετρο, ενώ στην Κρήτη επίσης αυτοφυής εμφανίζεται ο κρητικός κρόκος oreocreticus σε αρκετά υψηλό υψόμετρο. 

Και τα τρία είδη είναι σχεδόν ίδια, με 6 πορφυροϊώδη πέταλα, 3 κίτρινους στήμονες και 3 βαθυκόκκινα στίγματα. 

Η συλλογή του κρόκου γίνεται την ημέρα και ακολουθεί διαχωρισμός των βαθυκόκκινων στιγμάτων από τα πέταλα και μάλιστα την ίδια μέρα, διότι αν γίνει αργότερα ο διαχωρισμός εμφανίζει δυσκολίες. Τα στίγματα αποξηραίνονται στη σκιά για να μη χαθούν η βαφή και οι αρωματικές ύλες που περιέχουν (αιθέρια έλαια) και τέλος αποθηκεύονται σε σκουρόχρωμα γυάλινα δοχεία. Για να προκύψει ένα κιλό στίγματα χρειάζονται από 150 έως 170 χιλιάδες άνθη και περίπου 400 ώρες ανθρώπινης εργασίας. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι ακριβό υλικό. Γι’ αυτό το λόγο ανέκαθεν νοθευόταν συστηματικά.

Τα κύρια υλικά νοθείας, επίσης φυτικά, ήταν ο Κάρθαμος ο βαφικός (Κουρκουμάς), γνωστός ως ινδικό σαφράνι ή ψευδοζαφορά, ο γνωστός κνήκος ή κνίκος των αρχαίων, που συστηματικά νόθευε τον κρόκο στον ελλαδικό χώρο από την Μυκηναϊκή εποχή σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ησυχίου «κνηκόν: το κροκίζον χρώμα του άνθους». Το ευφόρβιον (η γνωστή γαλατσίδα) που αναφέρει ο Διοσκουρίδης ήταν κοινό υλικό νοθείας κρόκου στην εποχή του καθώς και το αρχαίο χελιδόνιο (γνωστό σαν ελύδριο) και η θαψία με την ώχρα (Reseda Luteola). Η ανάμειξη ακόμη και με τους κίτρινους στήμονες του ίδιου του κρόκου απαγορευόταν αυστηρά, με τον Πλίνιο να δίνει οδηγίες για δοκιμές καθαρότητος κρόκου. Κατά τον Μεσαίωνα στη Γερμανία όσοι εμπορεύονταν νοθευμένο κρόκο καίγονταν ζωντανοί στην πυρά! 

Όσο δύσκολη και επίμονη ήταν η συλλογή των στιγμάτων, τόσο εύκολη σε αντιδιαστολή ήταν η βαφή των υφασμάτων, διότι η ίδια η βαφή είναι εύκολα υδατοδιαλυτή ακόμη και σε θερμοκρασία δωματίου. Πράγματι, αρκεί τα στίγματα να τεθούν σε νερό ή σε ασπράδι αυγού. Η κίτρινη βαφή διαχέεται άμεσα. Η βαφική ύλη είναι το υδατοδιαλυτό καροτενοειδές κροκίνη, που υπάρχει στο στίγμα σαν ένας γλυκοζίτης, δηλαδή ένωση βαφής με σάκχαρο. Η κροκίνη εύκολα διαλύεται σε νερό και σε αλκοόλες και προκύπτει η κροκετίνη σαν βαφή, με τα εκχυλίσματα να δίνουν ένα λαμπερό έντονο κίτρινο χρώμα. 

Το ιδιαίτερο, χαρακτηριστικό άρωμα του κρόκου, που του δίνει τη δυνατότητα να χρησιμοποιείται και ως άρτυμα, είναι η σαφρανάλη, μία μονοτερπενική αλδεΰδη, που προέρχεται από υδρόλυση κατά τη διάρκεια της ξήρανσης των στιγμάτων. Η σαφρανάλη αποτελεί το κύριο συστατικό του πολύτιμου αρωματικού αιθέριου ελαίου. 


Η συγκέντρωση των κροκινών στα στίγματα είναι πάρα πολύ μεγάλη, με τεράστια χρωστική ισχύ, με συνέπεια ακόμη και σε μικρές ποσότητος στίγματος σε νερό – της τάξεως 1 προς 1.000.000 – το λουτρό να αποκτά έντονο κίτρινο χρώμα. Η μακριά επίπεδη άλυσσος της κροκετίνης με την παρουσία πολικών αυξόχρωμων ομάδων καθιστά μεν εύκολη τη διάλυση, αλλά η σύνδεση ίνας-βαφής με δευτερογενείς δεσμούς υδρογόνου αυτών των ομάδων να κυριαρχούν, είναι εύκολη μεν αλλά όχι ισχυρή. Στη χημική τεχνολογία αυτού του είδους οι βαφές ονομάζονται «απευθείας βαφές» και σπάνια καθιστούν το βαμμένο ύφασμα ή την ίνα ανθεκτικά στο φως ή στο πλύσιμο.

Η τεχνολογία βαφής, όπως προαναφέρθηκε, ήταν εύκολη. Με θέρμανση του υδατικού λουτρού (100 ml) σε θερμοκρασία 80° C τοποθετήθηκαν 2 στίγματα κρόκου sativus L. από την περιοχή της Κοζάνης. Το κίτρινο βαφικό υγρό μεταγγίσθηκε σε άλλο δοχείο. Στο ληφθέν λουτρό βαφής μέσα σε ποτήρι ζέσεως, σε θερμοκρασία 80°-85° C σε υδατόλουτρο, τοποθετήθηκαν δείγματα υφασμάτων τεμαχισμένα. Τα δείγματα αυτά ήταν τεμάχια από ειδικά υφάσματα, μη επεξεργασμένα, από το Bradford της Μ. Βρετανίας. Χρησιμοποιήθηκαν δείγματα από μάλλινο, μεταξωτό και βαμβακερό ύφασμα (βλ. εικ.). Διαπιστώθηκε ότι σε λίγα λεπτά της ώρας τα μεν μάλλινα και μεταξωτά δείγματα απέκτησαν έντονο φωτεινό κίτρινο χρώμα, ενώ τα βαμβακερά λιγότερο. Αυτό οφείλεται στο διαφορετικό βαθμό προσρόφησης της κροκετίνης από τις ίνες. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι οι φυσικές βαφές συνήθως είναι κατάλληλες για βαμβάκι και σπάνια για μετάξι ή μαλλί. Μία από αυτές τις εξαιρέσεις φαίνεται να είναι και ο κρόκος. Στη συνέχεια τα δείγματα ξεπλύθηκαν με χλιαρό νερό για να απομακρυνθούν τυχόν υπολείμματα της βαφής, που δεν είχαν προσροφηθεί καλά στις ίνες και μετά τα δείγματα στεγνώθηκαν σε θερμοκρασία δωματίου.

Δείγματα υφασμάτων βαμμένων με κρόκο: μαλλί, βαμβάκι & μετάξι.

Η μελέτη σε συσκευή τεχνικής γήρανσης με πηγή φωτός Ξένον (Weatherometer Xenotest – 150) μαζί με άλλα βαμμένα δείγματα από ινδικό, ριζάρι και πορφύρα, έδειξε ότι στην πρότυπη κλίμακα αντοχών 1-8 με άριστα το 8, ο κρόκος φανέρωσε τη μικρότερη αντοχή της τάξεως 1-2, ενώ οι προηγούμενες άλλες βαφές 6-7, δηλαδή πολύ καλές αντοχές. Αυτός είναι ο λόγος, που δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα υπολείμματα αρχαίων υφασμάτων βαμμένων με κρόκο, σε αντιδιαστολή με ανασκαφικά ευρήματα βαμμένα με πορφύρα, ερυθρόδανο (ριζάρι) ή ινδικό. 

Φυσικοχημεία & ανίχνευση της βαφής 

Όπως και προηγουμένως αναφέρθηκε για τη βαφή υφασμάτων, στη φυσικοχημική μελέτη χρησιμοποιήθηκαν εκ νέου στίγματα κρόκου sativus L. από την περιοχή της Κοζάνης. Δημιουργήθηκαν εκχυλίσματα σε νερό και μεθανόλη και ελήφθησαν φάσματα στο ορατό με χρήση συσκευής Hitachi. Με χρησιμοποίηση Nujol ελήφθη φάσμα στο υπέρυθρο με χρήση συσκευής Perkin Elmer (Paragon 100 FT –IR). 

Το φάσμα φθορισμού του εκχυλίσματος της βαφής από στίγμα σε νερό ήταν πολύ ισχυρό. Με διέγερση στα 366 nm εμφανίστηκε έντονη εκπομπή στα 530 nm (φθορισμόμετρο F-2500 HITACHI). Η μέθοδος της φθορισμομετρίας είναι πολύ ευαίσθητη και συνιστάται ως κύρια μέθοδος ανίχνευσης κρόκου σε βαμμένα υφάσματα. Πράγματι έγινε δοκιμή σε άγνωστο κίτρινο δείγμα. Επρόκειτο για μεταλλικό νήμα με πυρήνα από ίνες κίτρινου μεταξιού από κρόσσια επιτραπέζιου καλύμματος (βλ. εικ., Αήρ Αγ. Τράπεζας, 19ος αιώνας, Ναός Αγ. Νικολάου, Αττάλεια Μ. Ασίας). Έγινε εκχύλιση με 2-3 σταγόνες θερμό νερό και μεθανόλη. Διαπιστώθηκε έντονη εκπομπή στο φθορισμόμετρο στα 530 nm και συνεπώς επρόκειτο για κρόκινο βαμμένο νήμα. 

Επίχρυσο μεταλλικό νήμα, 19ος αι


Πρέπει να σημειωθεί ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα σχεδόν εγκαταλείφθηκε η βαφή υφασμάτων με κρόκο, μαζί βεβαίως με όλες τις άλλες φυσικές βαφές, οι οποίες αντικαταστάθηκαν από συνθετικές, που έχουν μεγαλύτερη αντοχή και μικρότερο κόστος. Σήμερα αρχίζουν σε μικρή κλίμακα να χρησιμοποιούνται εκ νέου φυσικές βαφές και στην Ιαπωνία έχουν γίνει μόδα τα λεγόμενα «οικολογικά υφάσματα», που είναι βαμμένα με παραδοσιακές φυσικές βαφές, όλες φυτικές, όπως ο κρόκος. Το κόστος είναι αρκετά υψηλό αλλά το σύνθημα «επιστροφή στη φύση» φαίνεται να αποκτά όλο και περισσότερους υποστηρικτές. 

Το παρόν κείμενο αποτελεί μελέτη του Δρ Σταύρου Πρωτοπαπά - προϊσταμένου του τμήματος εφαρμοσμένης έρευνας στη διεύθυνση συντήρησης αρχαίων & νεωτέρων μνημείων του Υπ. Πολιτισμού.