Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ορφικός Ύμνος Νεφελών




Θυμίαμα σμύρναν 

Ἠέριοι νεφέλαι, καρποτρόφοι, οὐρανόπλαγκτοι, 
ὁμβροτόκοι, πνοιῇσιν ἐλαυνόμεναι κατὰ κόσμον· 
βρονταῖαι, πυρόεσσαι, ἐρίβρομοι, ὑγροκέλευθοι·
ἠέρος ἐν κόλπῳ πάταγον φρικώδε' ἔχουσαι· 
πνεύμασιν ἀντίσπαστοι ἐπιδρομάδην παταγεῦσαι, 
ὑμέας νῦν λίτομαι, δροσοείμονες, εὔπνοοι αὔραις, 
πέμπειν καρποτρόφους ὄμβρους ἐπὶ μητέρα γαῖαν. 


Μετάφραση 

Αέρινες νεφέλες, πού τρέφετε τους καρπούς και περιπλανάσθε εις τον ουρανόν 
γεννήτριες των βροχών, πού οδηγείσθε ανά τον κόσμον με τις πνοές (τα φυσήματα) των ανέμων 
βροντερές, πύρινες, πού φωνάζετε δυνατά και τρέχετε στα νερά και 
δημιουργείτε εις τον κόλπον του αέρος φρικτόν κρότον και ταράσσετε τον 
ουρανόν όταν κινήσθε δρομαίως αντίθετα προς τα πνεύματα (τα 
φυσήματα των ανέμων). 
Έσάς τώρα παρακαλώ, πού έχετε την δροσιά για φόρεμα. 
και πού έρχεσθε με τις ευχάριστες τις αύρες, να στέλλετε στην 
μητέρα γη βροχές, πού τρέφουν τους καρπρoύς. 

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Νεοκλασσική αρχιτεκτονική στην Αθήνα



Είναι πραγματικά εκπληκτικό πως μπορεί να αλλάξει τόσο ριζικά, μέσα σε μια γενιά, η αρχιτεκτονική και γενικά η μορφή μια πόλεως. Ακόμα περισσότερο μάλιστα, όταν δεν πρόκειται μονάχα για τις νέες οικοδομές που έρχονται να προστεθούν κάθε φορά με την σφραγίδα των αρχιτεκτονικών αντιλήψεων της εποχής, αλλά για την συστηματική κατεδάφιση και ανοικοδόμηση όλων των παλαιότερων κτηρίων που, για εκατό τουλάχιστον χρόνια, έδιναν τον χαρακτήρα της πόλεως στην Αθήνα και στις περισσότερες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδος. Κάθε μέρα βλέπουμε να εξαφανίζονται μεγάλα και πολλές φορές μνημειώδη κτήρια, μα και ταπεινά σπιτάκια με την δική τους προσωπικότητα και τις διακριτικές διαστάσεις των κλασσικών αναλογιών, να σαρώνονται όλα χωρίς εξαίρεση και την θέση τους να παίρνουν νέες οικοδομές, με νέα υλικά και με τις σύγχρονες αρχιτεκτονικές αντιλήψεις, αλλά με δυσανάλογα ύψη, που ξεπερνούν τα όρια της κλίμακας της πόλεως και εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της με την συμφόρηση που προκαλούν. Μόνο σε θεομηνία ή σε εχθρική καταστροφή, σαν αυτές που γνώρισε στην μακρά ιστορία της η Αθήνα, θα μπορούσε ο ιστορικός του μέλλοντος να αποδώσει την ξαφνική αυτή η αλλαγή. 


Όπως συμβαίνει με κάθε νέο οικοδομικό υλικό, έτσι και με το τσιμέντο, η χρήση του στην αρχή ήταν περιορισμένη και χρησιμοποιήθηκε μονάχα σε ορισμένα μέρη της οικοδομής. Βασικά όμως οι κατασκευαστικές του δυνατότητες επηρέασαν την μορφολογική εμφάνιση του κτηρίου, με το άκαμπτο και δυσάρεστο σε χρώμα, όταν είναι ορατό, υλικό. Έτσι όλες οι προσπάθειες για την αναβίωση του κλασσικισμού σε μνημειώδη κτήρια στην χώρα μας, στην χρονική περίοδο ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, όπου έγινε χρήση του τσιμέντου, απέτυχαν. Παρ' όλη την επένδυση τους με μάρμαρα και την κάλυψη τους με σοβάδες, έδωσαν την πιο ψεύτικη εμφάνιση του νεοκλασσικισμού. Μόνον ύστερα από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο βρήκε το νέο υλικό και στην Ελλάδα την πραγματική του έκφραση, απαλλαγμένο από κακές απομιμήσεις παλιών αρχιτεκτονικών στοιχείων, ελεύθερο να επιδείξει όλες του τις δυνατότητες.

Τώρα όμως που ο κλασσικισμός ανήκει οριστικά πια στο παρελθόν, ξύπνησε και πάλι το ενδιαφέρον μας και η αγάπη μας γι' αυτόν, όχι για να μιμηθούμε ή να συνεχίσουμε την κατασκευή τέτοιων κτηρίων, αλλά για να τα μελετήσουμε και να τα εκτιμήσουμε σωστά, σαν ιστορικά μνημεία μιας περασμένης εποχής, που συνδέεται με την απελευθέρωση και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους.

Τα ιδιωτικά σπίτια, και αυτό ισχύει για όλη την Ελλάδα, σιγά-σιγά θα κατεδαφιστούν, αν μάλιστα το επίσημο κράτος δεν φροντίσει για την διατήρηση ορισμένων αντιπροσωπευτικών τύπων. Ας ελπίσουμε, τουλάχιστον πως θα σωθούν τα λίγα, αλλά τόσο εκφραστικά δημόσια κτήρια, σαν λαμπρά δείγματα της αρχιτεκτονικής της περασμένης αυτής εποχής: Το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη, τα Παλαιά Ανάκτορα, το Ζάππειο, το Πολυτεχνείο κ.α. Τόσο η μνημειακή τους εμφάνιση, όσο και η τελειότητα της επεξεργασίας των αρχιτεκτονικών τους μελών, που μιμούνται αρχαία ελληνικά πρότυπα, θα θυμίζουν στις ερχόμενες γενιές πόσους κόπους, θυσίες, αλλά και πίστη στην ανάδειξη της πρώτης πόλεως της Ελλάδος, προσέφεραν όλοι οι Έλληνες για την μεταμόρφωση μιας ασήμαντης επαρχιακής πόλεως των χρόνων της Τουρκοκρατίας, σε μια πόλη εφάμιλλη των ωραιότερων ευρωπαϊκών και αντάξια της δόξας του ονόματος.

Το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών

Αλλά για να εκτιμήσουμε σωστά την προσπάθεια αυτή, θα πρέπει να δούμε σε ποια κατάσταση βρισκόταν η Αθήνα, όταν το 1833 ανακηρύχτηκε πρωτεύουσα.

Το 1821 όλες οι πόλεις της Ελλάδος ξεσηκώνονται η μία ύστερα από την άλλη, για να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό. Οι Αθηναίοι στις 10 Ιουνίου κυριεύουν το ισχυρό Κάστρο. Μένουν ελεύθεροι τέσσερα χρόνια κι' έχουν να δείξουν μέσα στο σύντομο αυτό χρονικό διάστημα πολλά εκπολιτιστικά έργα και υποδειγματική οργάνωση. Με το τείχος που είχε χτιστεί και την περιέβαλλε από το 1778, η Αθήνα είχε πάρει, ιδίως προς Βορράν, την μεγαλύτερη της έκταση, φτάνοντας ακριβώς τα όρια της αρχαίας πόλεως. Τα σπίτια της πέτρινα, καλοχτισμένα, με τις ωραίες καταπράσινες αυλές τους, έφταναν, σύμφωνα με την απογραφή του 1824, τα 1600, με 9040 κατοίκους, χωρισμένα σε τριάντα πέντε συνοικίες, που καθεμιά είχε την εκκλησία της, απ' όπου έπαιρνε και τ' όνομα της. Μνημεία απ' όλες τις εποχές της αρχαιότητας και του μεσαίωνα, που πολλά σώζονται ακέραια της έδιναν μοναδική γραφικότητα και παρουσίαζαν ανάγλυφη την μακρόχρονη συνεχή ιστορία της. 

Μα η Αθήνα πριν την οριστική της απελευθέρωση ήταν γραφτό να πάθει κι άλλη καταστροφή, ίσως η φοβερότερη απ' όλες. Το 1826 ξαναγυρίζουν οι Τούρκοι με πολύ στρατό και πολιορκούν την πόλη. Οι επιθέσεις είναι τρομακτικές. Εν τούτοις μόνον ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο κατορθώνουν να ξαναπάρουν την Ακρόπολη. Και τότε οι Αθηναίοι ξαναφεύγουν στα πατροπαράδοτα καταφύγια τους, την Αίγινα και την Σαλαμίνα. Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830, υπογράφεται στο Λονδίνο το πρωτόκολλο που αναγνωρίζει την Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος. Στις 31 Μαρτίου 1833, τρεις μήνες πριν ανακηρυχτεί πρωτεύουσα και λίγο πριν από την άφιξη του Όθωνος, η Αθήνα αποκτά την ελευθερία της, οριστικά αυτή την φορά. Την τραγική  εικόνα που παρουσίαζε ύστερα από τις περιπέτειες του πολέμου περιγράφουν οι ταξιδιώτες της εποχής εκείνης  με τα πιο μελανά χρώματα. Τα αρχαία μνημεία είχαν υποστεί αφάνταστες καταστροφές και τα ερείπια των σπιτιών σχημάτιζαν άμορφους όγκους που σκέπαζαν τους δρόμους. Τίποτα πια δεν θύμιζε την άλλοτε γραφική πόλη.

Το πρώτο σχέδιο των Αθηνών το χρωστούμε σε δύο εμπνευσμένους αρχιτέκτονες, τον Σταμ. Κλεάνθη και τον Eduard Schaubert. Μ' όλες τις ελλείψεις του το σχέδιο αυτό, αν εφαρμοζόταν αμέσως τότε, με τους πλατείς και ελεύθερους για μελλοντική επέκταση δρόμους που προέβλεπε, την διάνοιξη μεγάλων αρτηριών μέσα από την παλιά πόλη, την απαλλοτρίωση μεγάλων εκτάσεων γύρω από την Ακρόπολη για την εκτέλεση ανασκαφών και την αποκάλυψη μέρους της αρχαίας πόλεως, θα αποτελούσε μια σταθερή βάση για μελλοντική εξέλιξη. Ήταν όμως πολύ αργά για μια ριζική αναμόρφωση. Όλοι οι κάτοικοι είχαν ξαναγυρίσει και εγκατασταθεί στα σπίτια τους, αφού τα επισκεύασαν ή τα ξανάχτισαν, κι ακόμα έφταναν κάθε μέρα Έλληνες από το εξωτερικό ή από άλλες πόλεις της Ελλάδος και οικοδομούσαν καινούργια σπίτια, στα κτήματα που αγόραζαν από τους Αθηναίους ή από τους Τούρκους που εγκατέλειπαν την πόλη. Έτσι οι εκτεταμένες απαλλοτριώσεις, που ήταν ανάγκη να γίνουν για την εφαρμογή του σχεδίου, σταμάτησαν από την τρομερή αντίδραση των κατοίκων, που θίγονται τα συμφέροντα τους και που πολλοί θα έμεναν πάλι άστεγοι.

Η πολεοδομική πρόταση των Κλεάνθη-Scahubert (1833)

Την κρίσιμη αυτή στιγμή, για να κατευνασθούν τα πνεύματα, ο πατέρας του Όθωνος Λουδοβίκος της Βαυαρίας στέλνει τον έμπιστο του Leo von Klenze, έναν από τους κορυφαίους αρχιτέκτονες της εποχής, να εξετάσει την κατάσταση και να συντάξει ένα νέο σχέδιο.

Τον Σεπτέμβριο του 1834 γίνεται δεκτό το νέο σχέδιο που στην βάση του δεν διαφέρει πολύ από το πρώτο, αν και για λόγους πολιτικής κάνει ορισμένες τροποποιήσεις.

Το πολεοδομικό σχέδιο του Klenze, 1834

Τότε όμως ένα φοβερό λάθος έρχεται να εμποδίσει την εφαρμογή και αυτού του σχεδίου, λάθος που και σήμερα ακόμα έχει αντίκτυπο στην εξέλιξη της πόλεως. Πριν δηλαδή πραγματοποιηθεί η εφαρμογή του σχεδίου, διατάσσεται βιαστικά η μεταφορά των αρχών από το Ναύπλιο στην Αθήνα, χωρίς να δωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για την διάνοιξη των νέων δρόμων και κυρίως  για την ανέγερση των κτηρίων που θα στέγαζαν τις δημόσιες υπηρεσίες. Σε λίγο άρχιζαν να καταφθάνουν στρατιωτικά τμήματα και οι πολιτικές αρχές. Η Κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της στεγάσεως, διατάσσει να νοικιαστούν κατάλληλα κτήρια και να εξωσθούν οι ένορκοι.

Η άφιξη του Όθωνος και η μόνιμη εγκατάστασή του στην Αθήνα έκανε για λίγο τους κατοίκους να ξεχάσουν τις ταλαιπωρίες τους και η ανοικοδόμηση, που είχε σταματήσει, άρχισε πάλι με γοργό ρυθμό. Μεγάλη όμως ήταν η ανησυχία και η αβεβαιότητα για την ανέγερση των δημοσίων κτηρίων και ακόμη περισσότερο για την θέση των Ανακτόρων, που όπως ήταν φυσικό θα επηρέαζαν την δημιουργία του διοικητικού κέντρου της πόλεως. Η πρόταση του Karl Friedrich Schinkel, του μεγάλου δασκάλου και οραματιστή, να χτιστούν επάνω στην Ακρόπολη, δεν βρήκε ευτυχώς καμμιά απήχηση. Το σχέδιο των Κλεάνθη και Schaubert προέβλεπε την ανέγερσή τους στην σημερινή πλατεία Ομόνοιας, απέναντι από την Ακρόπολη και στην κορυφή του μεγάλου τριγώνου που δημιουργούσαν οι τρεις βασικές οδικές αρτηρίες: Ερμού, Πειραιώς, Σταδίου.

Η Ακρόπολις ως Ανάκτορα του Όθωνος (σχέδιο Schinkel)

Ανάμεσα στις τροποποιήσεις του σχεδίου Klenze ήταν και η μεταφορά των Ανακτόρων στην δυτική γωνιά της βάσεως του τριγώνου, στον Κεραμεικό. Τελικά επικράτησε η γνώμη άλλου διακεκριμένου αρχιτέκτονα, του Friedrich von Gaertner, να οικοδομηθούν στην τρίτη γωνιά του τριγώνου, την ανατολική, εκεί όπου και χτίστηκαν, και να δημιουργηθεί μπροστά τους, στον άξονα της οδού Ερμού, η μόνη αξιόλογη πλατεία της πόλεως, η πλατεία Συντάγματος. Πραγματικά η νέα εκλογή της θέσεως ήταν πολύ επιτυχημένη, γιατί με την τοποθέτηση των Ανακτόρων στο υψηλότερο σημείο της πόλεως και την δημιουργία πλάι τους ενός εκτεταμένου κήπου έγινε ολόκληρη η περιοχή αυτή το πιο λαμπρό κομμάτι της Αθήνας.

Σχέδιο των Αθηνών, μετά την επέμβαση του Gaertner (1835)

Μολονότι όλα τα σχέδια τοποθετούσαν τα κτήρια των δημοσίων υπηρεσιών στην γύρω από τα Ανάκτορα περιοχή, για πολλά ακόμα χρόνια όλη η εμπορική, κοινωνική και πολιτική ζωή εξακολουθεί να εκδηλώνεται γύρω από την αγορά της εποχής  της Τουρκοκρατίας. Και η έλλειψη κτηρίων για την στέγαση των διαφόρων υπηρεσιών είχε σαν επακόλουθο να σταματήσουν όλες οι απαλλοτριώσεις γύρω από την Ακρόπολη. Η ωραία ιδέα να παραμείνει ελεύθερο το τμήμα αυτό, δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί, όχι μόνο από έλλειψη χρημάτων αλλά και για πρακτικούς λόγους. Μάλιστα, είχε επισημανθεί η δημιουργία, ολόγυρα, μιας ζώνης πρασίνου η οποία θα τόνιζε ακόμα περισσότερο την ομορφιά των αρχαίων μνημείων.

Αντίθετα από την Αθήνα, που η συνεχής ζωή, από τα πανάρχαια χρόνια, είχε επιβάλλει το σχέδιο της, στον Πειραιά, στην Ερέτρια, στην Σπάρτη και στην Ερμούπολη της Σύρου οι αρχιτέκτονες, ελεύθεροι από κάθε δέσμευση, μπόρεσαν να χαράξουν καινούργιες πόλεις με πλατείς και ίσιους δρόμους. Αυτές όμως είναι σπάνιες περιπτώσεις, γιατί όπως η Αθήνα έτσι και οι περισσότερες πόλεις της Ελλάδος διατήρησαν την παλιά τους ρυμοτομία και μόνον επεκτείνοντας τα όρια τους κατόρθωσαν να εφαρμόσουν κανονικότερο σχέδιο. Παράδειγμα η Πάτρα, όπου το νέο της ευρύχωρο και κανονικό σχέδιο το χάραξε το 1828 ο Κερκυραίος μηχανικός Σταμάτιος Βούλγαρης, ο ίδιος που σχεδίασε και την Τρίπολη.


Άποψη του Πειραιά κατά Σ. Χάμιλτον (1856)

Ανάκτορο του Πειραιά

Η ανοικοδόμηση στην Αθήνα προχωρεί τώρα με γοργό ρυθμό. Οι δρόμοι καθαρίζονται από τα ερείπια και, σύμφωνα με τις οικοδομικές γραμμές του νέου σχεδίου, χτίζονται παντού μεγάλα και ωραία σπίτια. Έτσι σε εκείνον που ξαναγυρίζει έπειτα από ένα ή δύο χρόνια, η διαφορά της πόλεως κάνει καταπληκτική εντύπωση.

Τα πρώτα δημόσια κτήρια χτίζονται το 1835 και το 1836 στην οδό Σταδίου, που τότε μόλις αρχίζει να διαμορφώνεται: Το Νομισματοκοπείο, που αφού δέχτηκε πολλές προσθήκες και μεταρρυθμίσεις κατεδαφίστηκε ύστερα από εκατό περίπου χρόνια. Οι Βασιλικοί Στάβλοι στο χώρο όπου το 1928 χτίστηκε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Το Τυπογραφείο, και αυτό στην οδό Σταδίου, μεταξύ των οδών Σανταρόζα και Αρσάκη, που με πολλές αλλαγές σώζεται και σήμερα.

Παλαιό Εθνικό Τυπογραφείο

Βασιλικό Νομισματοκοπείο & Σφραγιστήριο

Αυτά όμως τα κτήρια δεν είναι από τα πιο χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης. Την εποχή της ανοικοδομήσεως της Αθήνας κυριαρχούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη ο Νεοκλασσικισμός και είχε την τύχη η πρωτεύουσα της Ελλάδος στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας της να εργαστούν για την ανάδειξη της αρχιτέκτονες από τους πιο διακεκριμένους της εποχής εκείνης: ο Schinkel, ο Klenze, ο Gaertner και οι αδελφοί Hansen. Απ' αυτούς πάλι πρέπει να ξεχωρίσουμε τους δύο πρώτους που κατόρθωσαν, μολονότι κανένα από τα σχέδια τους δεν πραγματοποιήθηκε, να δώσουν το πνεύμα και την κλίμακα για την δημιουργία μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής πόλεως.

Από τα κτήρια που σχεδίασε ο Klenze, επί παραδείγματι, και δεν εκτελέστηκαν, είναι το συγκρότημα των Ανακτόρων, που πρότεινε να χτιστούν στον Κεραμεικό, και το Παντεχνείον όπως ονόμαζε το Μουσείο, για την στέγαση των αρχαιολογικών θησαυρών. Μοναδικό δείγμα της αρχιτεκτονικής που έχουμε στην Αθήνα την εκκλησία του Αγίου Διονυσίου των Καθολικών, στην γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Ομήρου, αλλαγμένο όμως από τον Λύσανδρο Καυταντζόγλου που ανέλαβε να το χτίσει.  

Καθολικός Ναός Αγίου Διονυσίου

Αλλά και για όλους τους αρχιτέκτονες που έρχονται να εργαστούν στην Ελλάδα, είναι μια αληθινή αποκάλυψη το αντίκρυσμα των αρχαίων μνημείων της. Έχουν την ευκαιρία να θαυμάσουν από κοντά την τελειότητα της επεξεργασίας του μαρμάρου και την καθαρότητα και τον παλμό των διαφόρων κυματίων. Η μελέτη τους αποκαλύπτει σιγά σιγά όλα τα μυστικά της αρχιτεκτονικής των αρχαίων, με τις λανθάνουσες καμπυλότητες και τις αρμονικές αναλογίες, ενώ με κατάπληξη ανακαλύπτουν την γραπτή διακόσμηση επάνω στο μάρμαρο που ως τότε πίστευαν πως παρουσίαζε γυμνή την λευκή του επιφάνεια. Είναι ακριβώς η στιγμή που η Ακρόπολη βρίσκεται στα χέρια των αρχαιολόγων.  Κατεδαφίζονται τα διάφορα μεταγενέστερα προσκτίσματα που σκέπαζαν τα μνημεία, γίνεται γενικός καθαρισμός και αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες ανασκαφές. Οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες παίρνουν μέρος στις αρχαιολογικές έρευνες και επιχειρούν τις πρώτες αναστηλώσεις των μνημείων. Κι αυτή η συχνή επαφή τους με τα αρχαία πρότυπα τους δίνει την χαρά να εμβαθύνουν στο μεγαλείο του κλασσικού πνεύματος.

Άποψη της Ακροπόλεως γύρω στα 1880

Η αρχιτεκτονική που εφαρμόζουν τώρα στα νέα αθηναϊκά κτήρια είναι ολοφάνερα επηρεασμένη από τα κλασσικά μνημεία. Λείπει η επίδραση και ο φόρτος της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Με το ίδιο υλικό, το λευκό μάρμαρο της Πεντέλης, δημιουργούν, όλοι οι αρχιτέκτονες που πέρασαν από εδώ, έναν ελληνικό νεοκλασσικισμό, που τον εφαρμόζουν έπειτα και στα κτήρια της Ευρώπης.

Σε κάθε εποχή μπορεί να βρει κανείς την επίδραση των κλασσικών προτύπων, κυρίως όμως τρεις είναι οι μεγάλοι σταθμοί του κλασσικισμού στην ιστορία της τέχνης.

Ο πρώτος εμφανίζεται στην ρωμαϊκή εποχή και αρχίζει από τα τέλη του 2ου π. Χ. αιώνα με την συστηματική αντιγραφή αρχιτεκτονικών και γλυπτικών έργων των φημισμένων καλλιτεχνών του 5ου και 4ου π. Χ. αιώνα. Γι' αυτό ακόμα και τα πρωτότυπα έργα της εποχής αυτής στην Ελλάδα έχουν επηρεαστεί από την παρουσία των κλασσικών μνημείων και ιδίως τα κτήρια, αντίθετα με το καταθλιπτικό βάρος των μνημείων της Ρώμης, έχουν μια αττική ελαφρότητα και χάρη.

Ο δεύτερος παρουσιάζεται πολλούς αιώνες αργότερα και είναι μια μεγάλη κίνηση στην αρχιτεκτονική της Ευρώπης, που αρχίζει στην Ιταλία με τον Palladio, στα μέσα του 16ου αιώνα και από εκεί εξαπλώνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Ίσως όμως η καλύτερη εκδήλωση του κλασσικισμού  στην αρχιτεκτονική είναι η τρίτη εμφάνιση του στην Ευρώπη, ανάμεσα στα 1770 και 1830. Επικρατεί και επιβάλλεται σε μια περίοδο που, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, έχει απομακρυνθεί η τέχνη από το κλασσικό πνεύμα, όταν το Rococo βρίσκεται στην ακμή του.

Η συστηματική μελέτη των μνημείων αρχίζει ακριβώς στα μέσα του 18ου αιώνα. Επιτελεία ολόκληρα από αρχαιολόγους, φιλολόγους και αρχιτέκτονες επισκέπτονται την Ελλάδα και για πολλούς μήνες μελετούν συστηματικά τους αρχαιολογικούς χώρους, κάνουν ανασκαφές και σχεδιάζουν με πολλή προσοχή τα αρχαία μνημεία. Αλλά και μεμονωμένοι ταξιδιώτες, Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, με βαθειά μόρφωση και γνώση των αρχαίων κειμένων, περιηγούνται στην Ελλάδα και με οδηγό τους τον Παυσανία περιγράφουν, σχεδιάζουν και ταυτίζουν τα ερείπια, σε περισπούδαστες μελέτες.  Μέσα σ' αυτό το κλίμα γεννιέται ο νεοκλασσικισμός ή αρχαιολογικός κλασσικισμός, όπως λέγεται, που είναι τώρα περισσότερο αυστηρός και μεθοδικός, γιατί βάση του έχει την αρχαιολογική έρευνα.

Σύγχρονα όμως με την κίνηση αυτή εμφανίζεται και ο ρομαντισμός. Οι αρχιτέκτονες που τον ακολουθούν, υποστηρίζουν τις ιδέες τους με πάθος, πιστεύοντας πως η αρχιτεκτονική δεν πρέπει να δεσμεύεται από τους αυστηρούς κανόνες των κλασσικών αντιλήψεων, αλλά να βασίζεται στο πηγαίο αίσθημα.

Καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στις δύο κινήσεις δεν υπάρχει πριν από την περίοδο 1820-1830. Τότε μόνο ο ρομαντισμός αρχίζει να γίνεται ρυθμός, με πραγματικά προοδευτικές τάσεις και κυριαρχεί στην Ευρώπη ολόκληρο τον 19ο αιώνα. Η περίοδος αυτή του διαχωρισμού των δύο μεγάλων ρευμάτων, του νεοκλασσικισμού και του ρομαντισμού, συμπίπτει χρονικά με την απελευθέρωση της Ελλάδος και με την εποχή που καλούνται δικοί μας και ξένοι αρχιτέκτονες για να χτίσουν την πρωτεύουσα και τις άλλες ελληνικές πόλεις.

Από τα πιο αντιπροσωπευτικά κτήρια της πρώτης αυτής περιόδου, σε καθαρό κλασσικό ρυθμό, είναι: το Πανεπιστήμιο, που έχτισε ο Christian Hansen και τα Ανάκτορα του Friedrich von Gaertner.

Από τους Έλληνες αρχιτέκτονες που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην ανοικοδόμηση των Αθηνών είναι ο Σταμάτιος Κλεάνθης και ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου, που σπούδασαν αρχιτεκτονική, ο πρώτος στο Βερολίνο και ο δεύτερος στην Ρώμη.

Ο Σταμάτιος Κλεάνθης, καθαρά ρομαντικός, εκτός από το σχέδιο της πόλεως των Αθηνών, μας άφησε και θαυμάσια δείγματα της αρχιτεκτονικής του, όπως τα Παλάτια της Δουκίσσης της Πλακεντίας, με στοιχεία βυζαντινά και γοτθικά, και το μέγαρο του Αμβροσίου Ράλλη, στην πλατεία Κλαυθμώνος, με στοιχεία κλασσικά. Αυτό χτίστηκε το 1834 και δυστυχώς κατεδαφίστηκε το 1937, όπως και τόσα άλλα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα της οθωνικής περιόδου.

Μέγαρο της Δουκίσσης της Πλακεντίας

Ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου φτάνει στην Αθήνα το 1838 και παρουσιάζει αμέσως σχέδια και αρχιτεκτονικές του μελέτες σε μια έκθεση που οργανώνει μέσα στο Θησείο. Οι εφημερίδες της εποχής εκφράζονται με θαυμασμό για τις σπουδές και το έργο του και περιγράφουν λεπτομερώς τα σχέδιά του. Ανάμεσα σε αυτά ήταν του μνημείου των Ηρώων του 1821, που σχεδίασε σύμφωνα με επιθυμία του κυβερνήτη Καποδίστρια. Από τα καλύτερα έργα του στην Αθήνα είναι το Αρσάκειο, το Τοσίτσειο και το Πολυτεχνείο. Έχτισε ακόμα πολλές εκκλησίες και, όπως φαίνεται από τα σχέδια του που σώθηκαν, ένα μεγάλο αριθμό σπιτιών.

Πολυτεχνείο, σε σχέδιο Λ. Καυταντζόγλου

Το μέγαρο του Αρσακείου Παρθεναγωγείου

Ένας σπουδαίος συντελεστής για την ανάδειξη της πρωτεύουσας του νεοσύστατου κράτους και την δημιουργία ενός καθαρά νεοκλασσικού ελληνικού ρυθμού είναι η παρουσία του Theophil von Hansen στην Αθήνα, όπου με μερικές διακοπές, από το 1838, εργάστηκε πενήντα ολόκληρα χρόνια. Μεγάλος καλλιτέχνης, προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα, στην Βιέννη όπου εργάστηκε είχε αποκτήσει ενθουσιώδεις φίλους και θαυμαστές, και όχι μόνο οι αρχιτέκτονες, μα και οι ζωγράφοι και οι γλύπτες τον θεωρούσαν πνευματικό τους αρχηγό. Με πάθος αφοσιώθηκε στην μελέτη και σχεδίαση των αρχαίων μνημείων· οι μελέτες και οι λύσεις που έδωσε τα κτήρια του, δεν είχαν για πρότυπο τους τον απόλυτα συμμετρικό αρχαίο ναό, που συνήθως έχουν σαν μέτρο του κλασσικού ιδεώδους, αλλά τα Προπύλαια και το Ερέχθειο, έτσι όπως τα συνέλαβε και τα εξετέλεσε με πρωτότυπες και ελεύθερες λύσεις η μεγαλοφυΐα του Μνησικλή και του Καλλικράτη.

Τα Προπύλαια της Ακροπόλεως

Από τα έργα της πρώτης περιόδου του Theophil von Hansen είναι το Αστεροσκοπείο, στην κορυφή του λόφου των Μουσών, και το Μέγαρο  του Αντωνίου Δημητρίου, στην πλατεία Συντάγματος, το οποίο αφού για πολλά χρόνια χρησιμοποιήθηκε ωε ξενοδοχείο της "Μεγάλης Βρετανίας", κατεδαφίστηκε το 1958.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών

Μια μεγάλη αποκάλυψη για τον κλασσικιστή αρχιτέκτονα ήταν ακόμα και η βυζαντινή αρχιτεκτονική, που είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από τα εκκλησάκια των Αθηνών και της γύρω περιοχής. Η πολύχρωμη εντύπωση αυτών των μικρών αριστουργημάτων είχε μεγάλη επίδραση στα μεταγενέστερα κτήρια του, που την βλέπουμε στο Οφθαλμιατρείο και στο "Βασιλικό Φαρμακείο", όπως ονόμαζαν τότε την Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη.

Το Οφθαλμιατρείο, 1847

Άποψη των ανακτόρων με την Στρατιωτική Φαρμακαποθήκη

Από τα καλύτερα όμως έργα του είναι η Σιναία Ακαδημία σε ιωνικό ρυθμό και η Βαλλιάνειος Βιβλιοθήκη σε δωρικό, όπου είχε την ευκαιρία να δείξει όλες του τις ικανότητες. Τα δύο αυτά κτήρια μαζί με το Πανεπιστήμιο, που αποτελούν την "Αθηναϊκή Τριλογία", παρουσιάζουν ένα ολοκληρωμένο αρμονικό σύνολο, που είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο επιτυχημένα δημιουργήματα όλων των περιόδων του κλασσικισμού.

Βαλλιάνειος - Εθνική Βιβλιοθήκη, 1887

Ακαδημία Αθηνών

Ο Hansen προσφέρει παντού πρόθυμα την συνεργασία του για την τελειωτική μορφή των μεγάλων κτηρίων όπως λ. χ. του Αρχαιολογικού Μουσείου, του Ζαππείου κ.α. Στο τελευταίο μάλιστα, με την προσθήκη του ωραίου κορινθιακού προπύλου και την τέλεια απόδοση των κιονοκράνων, που είναι πιστά αντίγραφα των κιονοκράνων του χορηγικού μνημείου του Λυσικράτους, είχε την ευκαιρία να δείξει με πόση ευχέρεια δούλευε όλους τους αρχαίους ρυθμούς. Από τα έργα του όμως που περισσότερο αγάπησε, αλλά είχαν την ατυχία να μην πραγματοποιηθούν, είναι το Αρχαιολογικό Μουσείο που πρότεινε να χτιστεί στη νότια πλευρά τη Ακροπόλεως, και τα Ανάκτορα του Βασιλέως Γεωργίου του Α' που τα τοποθετούσε στον Πειραιά. Οι μελέτες του αυτές ήταν και η τελευταία του προσφορά προς την αγαπημένη του Αττική, γιατί ύστερα από δύο χρόνια, το 1891, πέθανε.

Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Ανάκτορα του Βασιλέως Γεωργίου Α' (1889)

Ο Ernst Ziller πάλι ανήκει στους αρχιτέκτονες εκείνους που πραγματικά επέδρασαν στην κτηριολογία και στην οικοδομική, με την δημιουργία μιας αρκετά φορτωμένης νεοκλασσικής αναγεννήσεως με ρωμαϊκά στοιχεία. Στην Αθήνα ο Ziller έρχεται το 1860 ως βοηθός του Theophil von Hansen και αμέσως αναλαμβάνει την επίβλεψη των έργων του. Από το 1870 όμως παίρνει και δικές του δουλειές  και, ως τον θάνατο του, το 1923, χτίζει μια σειρά από ιδιωτικά και δημόσια κτήρια στην Αθήνα και σε πολλές επαρχιακές πόλεις: Ανάκτορα, δημαρχεία, δικαστήρια, θέατρα, μουσεία, μνημεία τάφων και έναν εκπληκτικά μεγάλο αριθμό σπιτιών. Συγχρόνως, δεν παραλείπει να ασχολείται με την αρχαιολογία, να συνεργάζεται σε ανασκαφές και να γράφει σημαντικές αρχαιολογικές μελέτες.

Το Μέγαρο Schliemann (Ιλίου Μέλαθρον), 1878

Από το έργο του, με όλο τους το διακοσμητικό φόρτο, δεν λείπει η καλαισθησία και οι ωραίες αναλογίες. Γι' αυτό κατορθώνουν να επιβληθούν και, το κυριότερο, να διατηρήσουν στην Ελλάδα ως τις αρχές του 20ου αιώνα αμείωτο το ενδιαφέρον του κλασσικισμού.

Το Μέγαρο Μελά, έργο του Ernst Ziller (1874)

Παράλληλα και οι Έλληνες αρχιτέκτονες εξακολουθούν να χτίζουν με την καθιερωμένη απλότητα του ελληνικού νεοκλασσικισμού και ρομαντισμού.

Έτσι όλα τα κτήρια της περιόδου αυτής, είτε με απλές  επιφάνειες στην πρόσοψη είτε με πλούσια διακόσμηση, διατηρούν την αληθινή τους οικοδομική έκφραση. Παντού υπάρχει η πέτρινη ή μαρμάρινη βάση του κτηρίου, τα ατόφια μαρμάρινα σκαλοπάτια και οι "πορτοσιές", όπως και τα μπαλκόνια με τα τόσο διακοσμητικά "φορούσια" Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τα αθηναϊκά κτήρια, ακόμα και τα πιο φτωχικά σπιτάκια, είναι οι τόσο διακοσμητικοί ανθεμωτοί  πήλινοι ακροκέραμοι, που σαν γιρλάντα στεφανώνουν την πρόσοψη τους.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι σ' όλο αυτό το διάστημα των εκατό περίπου χρόνων, που επικρατούσε η νεοκλασσική αρχιτεκτονική, δεν έπαψε παράλληλα και η πηγαία λαϊκή δημιουργία που συνέχισε την παράδοση του παλιού απέριττου και τόσο γραφικού αθηναϊκού σπιτιού.

Τα πολύτιμα αυτά δημιουργήματα, που αντιπροσωπεύουν την αληθινή κτηριολογία, όπως την επιβάλλουν το κλίμα και οι πρακτικές ανάγκες της ζωής των κατοίκων, κίνησαν το ενδιαφέρον του συναδέλφου του κ. Άρη Κωνσταντινίδη, που τα παρουσίασε σε μια ωραία μελέτη του το 1934 με δικά του σχέδια και φωτογραφίες.

Στην παρούσα ανάρτηση έχουμε εστιάσει στην πόλη των Αθηνών, όχι μόνο γιατί η αρχιτεκτονική στην επαρχία αντέγραφε τα αθηναϊκά πρότυπα, αλλά και γιατί οι αρχιτέκτονες που εργάστηκαν στην πρωτεύουσα είναι τις περισσότερες φορές οι δημιουργοί των επαρχιακών πόλεων. Άλλωστε η Αθήνα ήταν το μεγάλο σχολειό των μαστόρων, που έμαθαν την τέχνη τους στην αρχή δουλεύοντας κοντά σε Ιταλούς και Βαυαρούς τεχνίτες, έπειτα σε ειδικές σχολές, όπου δίδαξαν ονομαστοί Έλληνες και ξένοι αρχιτέκτονες. Εργατικοί και με έμφυτη δεξιοτεχνία και περήφανοι για τους προγόνους τους, που δημιούργησαν τόσα αριστουργήματα, έγιναν οι ίδιοι άριστοι τεχνίτες, και δούλεψαν την πέτρα, το μάρμαρο, το ξύλο και το μέταλλο με θαυμαστό τρόπο.

Η Αθήνα, με την λαμπρή ιστορία και τα αρχαία μνημεία της, είχε την τύχη να κινήσει από νωρίς το ενδιαφέρον πολλών μελετητών. Άπειρες πληροφορίες υπάρχουν στις εφημερίδες της εποχής και σε δημόσια έγγραφα, καθώς και παλιές απεικονίσεις και φωτογραφίες μαζί με περιγραφές ξένων και Ελλήνων επιστημόνων. Οι σπουδαιότερες όμως εργασίες πάνω στην πρόσφατη ιστορία της πόλεως, από την απελευθέρωση ως σήμερα, είναι οι μελέτες του αρχιτέκτονος πολεοδόμου κ. Κώστα Μπίρη, που με τις ζωντανές περιγραφές τους και την βαθειά γνώση του θέματος, εκίνησαν το γενικό ενδιαφέρον και την αγάπη του κόσμου για την Αθήνα και τα νεώτερα μνημεία της.


Πρόσοψη των Ανακτόρων πριν το 1864



Οδός Πανεπιστημίου

Οδός Ερμού, 1896

Οδός Φιλελλήνων, 1894

Οδός Κοραή, 1890

Νεοκλασική διώροφη κατοικία, 1862

Ζάππειο Μέγαρο, 1874

Το Βασιλικό Θέατρο, 1895

Άποψη των Αθηνών περί τα 1900







Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Αντικύθηρα




Ιστορία & Αρχαιότητες 

Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται οι αρχαιότητες οι οποίες έχουν εντοπιστεί στα Αντικύθηρα τα τελευταία χρόνια. Η ανάλυσή τους, σε συνδυασμό με τα φιλολογικά και τα επιγραφικά δεδομένα, για πρώτη φορά, οδηγεί στην συναγωγή ιστορικών συμπερασμάτων για το σχετικά άγνωστο (σημ. 1) έως σήμερα μικρό νησί. Φαίνεται ότι έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην ιστορία του ελλαδικού χώρου τα Ελληνιστικά χρόνια, από την έναρξη της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., έως την καταστολή της «Κρητικής Επανάστασης», με την οποία ολοκληρώθηκε η κατάκτηση των ελληνικών εδαφών από την Ρώμη το 69-67 π.Χ.

Τα Αντικύθηρα, μικρό νησί με έκταση περίπου 20 τετρ. χλμ., βρίσκονται στον επικίνδυνο θαλάσσιο χώρο ανάμεσα στα Κύθηρα και την Κρήτη. Παρά την στρατηγική θέση του νησιού, που ελέγχει το πέρασμα από το Αιγαίο και τον Εύξεινο Πόντο προς την Δυτική Μεσόγειο, η δυσκολία επιβίωσης μεγάλης ομάδας κατοίκων στο νησί, το άφησε σε σχετική αφάνεια καθ’ όλη σχεδόν την διάρκεια της αρχαιότητας. Ελάχιστες είναι οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων στα Αντικύθηρα. 

Στον Πλούταρχο (Πλουτ. Κλεομ. 31 και 32) αναφέρονται ως Αἰγιλιά, Αἰγιαλίαν και Αἰγιαλῶν, στον Στέφανο τον Βυζάντιο ως Αἰγιλιά, στα διάφορα χειρόγραφα (κώδικες) του Κλαύδιου Πτολεμαίου (Πτολ. Γεωγρ. ΙΙΙ 14, 45) ως Αἴγιλα, Αἴγυλα, Ἔπλα (από την γραφή ΑΙΓΙΛΑ με κεφαλαία, με την (προφορική!) γραφή του αι ως ε, όπως συμβαίνει συχνά τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητος, και την εκ παραδρομής ανάγνωση του Γ και του Ι ως Π) και στον Πλίνιο (Plin. IV, 57) ως Aigila, Aigilia και Aeglia. Στις επιγραφές στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω σημειώνεται ως Αἰγιλία, ενώ το επίθετο Αἴγιλιεῦς παραπέμπει επίσης στο Αἰγιλία. Οι ονομασίες που επιβίωσαν έως τις μέρες μας είναι Λιοί στα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο και Σιγκιλιό ή Σιγκλιό στην Κρήτη, ονομασίες που προέρχονται από την αρχαία ονομασία.



Κατά την διάρκεια της Βενετοκρατίας, και μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς, το επίσημο όνομα του νησιού είναι Cerigotto ή Cecerigo από το ιταλικό όνομα των Κυθήρων που είναι Cerigo (Τσιρίγο). Η σημερινή ονομασία «Αντικύθηρα» καθιερώθηκε με την εύρεση του ναυαγίου το 1901. Το νησί που εκείνη την εποχή ήταν το πιο απομακρυσμένο σημείο του αγγλοκρατούμενου Ιονικού Κράτους ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1864 μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου μετά από τον επίμονο αγώνα των Eπτανησίων. Από τότε έως την ενσωμάτωση της Κρήτης στον εθνικό κορμό (1912-13), το νησί ήταν το νοτιότερο και πιο απομακρυσμένο σημείο της ελληνικής επικράτειας. Οι αρχαιότητες του νησιού είναι γνωστές από τον 19ο αιώνα, ενώ δημοσιεύονται για πρώτη φορά στην Αρχαιολογική Εφημερίδα του 1862 από τον Αθανάσιο Ρουσόπουλο (σημ. 2).



Οι εμφανείς σήμερα αρχαιότητες στο νησί είναι η ελληνιστική οχυρωμένη πόλη στον παλαιό οικισμό «Κάστρο», πάνω από τον όρμο του Ξηροποτάμου, και οι τάφοι και ορισμένες άλλες παραγωγικές εγκαταστάσεις της ύστερης αρχαιότητας στους οικισμούς Ποταμός, Χαρχαλιανά και Μπαντουδιανά. Κινητά επιφανειακά ευρήματα των Ελληνιστικών, των Πρώιμων και, μετά από διακοπή, των Μέσων Βυζαντινών χρόνων και τέλος, των ύστερων χρόνων της Βενετοκρατίας έχουν εντοπισθεί στο νησί με την επιφανειακή έρευνα που διενεργήθηκε από το Καναδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και την ΚΣΤ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.


Ο καλύτερα διατηρημένος πύργος της οχύρωσης

Η παραλία στον όρμο του Ξηροποτάμου, το αρχαίο λιμάνι & το Ιερό του Απόλλωνος.

Στις εκβολές του ρέματος του Ξηροποτάμου, στον ομώνυμο κολπίσκο στα βόρεια του νησιού, λειτουργούσε, από το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., ένα παραλιμένιο ιερό του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Τα αρχαία χρόνια η θάλασσα εισχωρούσε πολύ βαθύτερα εντός του κόλπου δημιουργώντας ένα προστατευμένο από τους ισχυρούς βόρειους ανέμους, «κρυφό» λιμάνι.


Το ιερό του Απόλλωνος & της Αρτέμιδος

Με τον ισχυρό σεισμό του 365 μ.Χ. το νησί «ανυψώθηκε» κατά 2,80 μ. μετατοπίζοντας την ακτογραμμή στην σημερινή της θέση. Το 1888 αγροτικές εργασίες στο χώρο έφεραν στο φως ένα ακέφαλο άγαλμα στον τύπο του «Κιθαρωδού Απόλλωνος» (βλ. εικ.) και η έρευνα που διενήργησε ο Βαλέριος Στάης (Β. Στάης ΑΔ 5 (1889), σ. 232 αρ. 42-44 και σ. 237-242) αποκάλυψε μια ενεπίγραφη βάση αναθηματικού μνημείου (πιθανότατα αγάλματος) που ανέφερε την προσφορά στον «Αἰγιλιέα» Ἀπόλλωνα από τον Ἀριστομένη Ἀριστομήδους, Θετταλό ἐκ Φερῶν και από τον Νίκων(α) Κηφισοδώρου, Ἀθηναῖο.




Από τα δύο αυτά μνημεία και από τα ευρήματα της ανασκαφής, φάνηκε ότι στο χώρο λειτουργούσε, καθ’ όλη την διάρκεια των Ελληνιστικών χρόνων, ιερό Απόλλωνος και Αρτέμιδος (σημ. 3).


Ενεπίγραφη βάση αναθηματικού μνημείου

Η ανασκαφική έρευνα αποκάλυψε, τα έτη 2004 και 2005, το θεμέλιο του αρχαίου ναού που είχε την μορφή οἴκου, καθώς και την βάση του βωμού του. Ο άξονας του ναού έχει κατεύθυνση Ν-ΝΔ προς Β-ΒΑ με κλίση 450 από την παράλληλο, στην ευθεία της Δήλου. Ο περίβολος του ιερού είναι πολύ ισχυρός και φαίνεται ότι βρισκόταν σε επαφή με το λιμάνι.


Το θεμέλιο του βωμού του ιερού (παραλία Ξηροποτάμου)

Από τα κινητά ευρήματα που βρέθηκαν με τις ανασκαφές, εκτός από το άγαλμα και την ενεπίγραφη βάση, ξεχωρίζουν σπαράγματα μαρμάρινων αγαλμάτων και αγγείων (περιρραντήριο), πολλές αιχμές από βέλη, αφού είναι γνωστό ότι ο Απόλλων είχε διδάξει στους Κρητικούς την τέχνη του τοξεύειν, καθώς και πλήθος νομισμάτων με παράσταση του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος, αλλά και κοσμημάτων, δακτυλιόλιθων και ενωτίων ·το νόμισμα της εικόνας είχε αφιερωθεί στο ιερό του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος και φέρει στην εικονιζόμενη όψη μικρή λύρα (πάνω), σύμβολο του Απόλλωνος.

Ασημένιο νόμισμα Αχαϊκής Συμπολιτείας (175-160 π.Χ)

Μια άλλη, πολύ σημαντικότερη πληροφορία που παρείχε η ανάγνωση της επιγραφής ήταν η καταγωγή των δύο αναθετών, ο ένας ήταν Θεσσαλός και ο άλλος Αθηναίος. Ο Στάης, ο οποίος δημοσίευσε την επιγραφή υπέθεσε ότι πρόκειται για ναυαγούς που σώθηκαν στο νησί  και αισθάνθηκαν την ανάγκη να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στο θεό-προστάτη του νησιού για την σωτηρία τους.

Το «Κάστρο» (η οχυρωμένη πόλη)

Στην ανατολική όχθη του ρέματος του Ξηροποτάμου δυο μονοπάτια οδηγούν στον οχυρωμένο οικισμό του «Κάστρου». Το δυτικό μονοπάτι πολύ κοντά στην παραλία, το οποίο έχει υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις με το πέρασμα του χρόνου, ήταν στενό και δεν επέτρεπε την διέλευση τροχοφόρων. Σε πολλά σημεία διακρίνεται ακόμα το προστατευτικό ανάλημμα, καθώς και λαξευμένα ή διαμορφωμένα με λίθους σκαλοπάτια. Δέκα περίπου μέτρα νοτίως της πύλης που οδηγεί στην πόλη, στον βράχο στον οποίο έχει διαμορφωθεί το μονοπάτι διασώζεται ένα «βραχώδες» ιερό με δύο κόγχες και ένα θρανίο.

Πρόκειται για ένα ιερό, εξωτερικά της πύλης που οδηγούσε μόνο στην δεξιά (ανατολική) όχθη του λιμανιού, προορισμένο για όσους θα έφευγαν ή επέστρεφαν από θαλασσινό ταξίδι. Η πύλη του οχυρού στο τέλος του μονοπατιού, η «Νοτιοδυτική Πύλη», είχε μια σχετικά επιμελημένη και διακοσμημένη μορφή αν κρίνουμε από μερικά αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν στον χώρο.

Η νοτιοδυτική πύλη

Η αρχαία πόλη ήταν κτισμένη στην δυτική πλαγιά της χερσονήσου του «Κάστρου». Στο νότιο τμήμα του τείχους που ήταν στραμμένο προς την ενδοχώρα του νησιού και ήταν προσβάσιμο από το εσωτερικό του νησιού άνοιγε μια δεύτερη πύλη, η «Νότια» στην οποία κατέληγε ένα πιο βατό μονοπάτι ανατολικά του λιμανιού. Το τείχος κάλυπτε όλη την δυτική πλαγιά της χερσονήσου, από την βραχώδη παραλία στα δυτικά και βόρεια έως την κορυφογραμμή προς τα ανατολικά.

Η Νότια Πύλη

Στο υψηλότερο σημείο μια δεύτερη γραμμή οχύρωσης περιόριζε το διοικητικό κέντρο της πόλης, την «Ακρόπολη». Στην Ακρόπολη βρισκόταν και η οικία του «ηγέτη» της πόλης προστατευμένη από τον ισχυρό βράχο που υψωνόταν στα ανατολικά της, ενώ η πύλη της «Ακρόπολης» προς την πόλη ήταν και αυτή μνημειώδης, αλλά φαίνεται ότι από την αρχή της λειτουργίας της είχε καταστραφεί από εξωτερική επίθεση και η αποκατάστασή της έγινε με διαφορετικό σχέδιο.

Το κατεστραμμένο προπύλαιο της Ακρόπολης 

Το οχυρωματικό τείχος της πόλης είναι ορατό σχεδόν σε όλο του το μήκος και ήταν κατασκευασμένο με διαφορετικούς τρόπους που καθορίζονταν από το τοπικό υλικό. Στα τμήματα στα οποία ήταν προσιτός ο μαλακός ασβεστόλιθος, το τείχος αποτελούνταν από επιμελημένα κομμένους λιθόπλινθους, τοποθετημένους ισοδομικά. Στα τμήματα στα οποία το υλικό ήταν σκληρός και δύσκολος στην επεξεργασία ασβεστόλιθος προτιμήθηκε η ακατάστατη πολυγωνική δόμηση που χρησιμοποιήθηκε τα Ελληνιστικά χρόνια σε πολλές οχυρώσεις της Κρήτης.


Τμήμα του ανατολικού τείχους της πόλης

Όπως φαίνεται, οι αρχικοί κατασκευαστές πρόσεξαν στην εμφάνιση και τη στατικότητα μόνο την εξωτερική όψη του οχυρού, ενώ στο εσωτερικό, το τείχος που χώριζε την Ακρόπολη από την πόλη, αρχικά κατασκευάστηκε με ακατάστατη πολυγωνική δόμηση, ενώ αργότερα (άγνωστο πότε, αλλά όχι πολύ μετά την αρχική κατασκευή του) επικαλύφθηκε με μια ψευδοϊσόδομη σειρά λίθων. Από το τείχος εξέχουν, σε όλο του το μήκος, ορθογώνιοι οχυρωματικοί πύργοι.

Το τείχος της Ακρόπολης προς το εσωτερικό της πόλης

Στο βόρειο τμήμα του οχυρού είχε αφεθεί ένα σημαντικό τμήμα χωρίς οικίες ή άλλες κατασκευές, όπως συμβαίνει σε τόπους που δέχονται συχνά επιθέσεις, και «φιλοξενούν» είτε τους κατοίκους που καταφεύγουν εκεί για προστασία είτε στράτευμα που έρχεται για ενίσχυση της άμυνας.


Βόρεια πλευρά του πύργου

Δύο άλλα μνημεία που σώζονται σχεδόν ακέραια στο εσωτερικό της πόλης είναι ένας νεώσοικος και ένα υπόσκαφο ιερό – η «Φυλακή» όπως αποκαλείται από τους σημερινούς κατοίκους. Ο νεώσοικος, μήκους περίπου 30 μ., είναι ορατός σήμερα σε όλο του το μήκος λόγω της ανύψωσης του νησιού που αναφέρθηκε πιο πάνω. Είναι σήμερα ορατά και τα τμήματα τα οποία είχαν λαξευτεί κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το ωφέλιμο μήκος του νεώσοικου, το τμήμα δηλαδή που θα φιλοξενούσε το πλοίο στην στεριά, είναι 18 μ. Στον βράχο σώζεται το αυλάκι στο οποίο θα τοποθετούσαν την ισχυρή θαλασσινή πύλη που θα δεχόταν μεγάλες πιέσεις από τους βόρειους ανέμους, οι οποίοι το χειμώνα χτυπούν το νησί με ιδιαιτέρως μεγάλη ένταση.
 
Ο νεώσοικος όπως φαίνεται σήμερα

Η λεγόμενη «Φυλακή» βρίσκεται σε μικρή σχετικά απόσταση από το νεώσοικο στο μέσο του μεγάλου λατομείου πωρολίθου. Πρόκειται για έναν υπόσκαφο ορθογώνιο χώρο με άξονα προσανατολισμού Β-Ν και με δυο μικρούς πλευρικούς θαλάμους, ο ένας στα ανατολικά, απέναντι από την είσοδο, και ο άλλος νότια. Στην δυτική πλευρά, νότια της εισόδου, υπάρχει ένα κτιστό θρανίο και μπροστά του έχει σκαφτεί ένα πηγάδι «προσφορών». Πάνω από το πηγάδι έχει λαξευτεί στον υπερκείμενο βράχο ένας «φεγγίτης», από τον οποίο πιθανότατα προσφέρονταν τα αναθήματα στην θεότητα. Δεν έχει σωθεί το όνομα της λατρευόμενης χθόνιας θεότητας.


Το εσωτερικό του υπόσκαφου ιερού - «Φυλακή»

Όλος ο οχυρωμένος χώρος, εκτός από το βόρειο τμήμα που αναφέρθηκε παραπάνω, καλυπτόταν από οικίες. Η κατασκευή αναλημμάτων καλλιέργειας από τους νεότερους κατοίκους έχει καλύψει τις αρχαίες κατασκευές, αλλά σε πολλά σημεία παρατηρούνται λείψανα των οικιών, τοίχοι και τμήματα δαπέδων. Στο δυτικό τμήμα της πόλης, το οποίο είναι επίπεδο και βραχώδες, σώζονται θεμέλια οικιών, πολλές από τις οποίες έχουν κατασκευαστεί σε άμεση επαφή με το δυτικό τμήμα του τείχους.

Θεμέλια οικίας στο δυτικό παραθαλάσσιο τείχος

Από τα κινητά ευρήματα προκύπτει ότι η διάρκεια χρήσης του οχυρωμένου πολίσματος περιορίζεται στα Ελληνιστικά χρόνια και πιο συγκεκριμένα χρονολογείται από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ. έως το πρώτο μισό του 1ου αι. π.Χ. Στο «Κάστρο», εκτός από ένα μικρό τμήμα λίθινου μινωικού αγγείου και μερικές λεπίδες και αιχμές από οψιανό και τοπικό πυριτόλιθο (σημ. 4), κανένα κινητό εύρημα δεν χρονολογείται σε περιόδους πριν από τα τέλη του 4ου αι. π.Χ., ενώ δεν υπάρχουν ούτε ευρήματα νεότερα του δεύτερου τέταρτου του 1ου αι. π.Χ. Πρόκειται δηλαδή για ένα «κλειστό» σύνολο που περιορίζεται χρονολογικά στα Ελληνιστικά χρόνια, το οποίο θέτει προβλήματα ιστορικής ερμηνείας δεδομένης της μνημειακότητας της κατασκευής και της στρατηγικής θέσης του νησιού.

Πριν όμως από την ιστορική συζήτηση για τις αιτίες και τις σκοπιμότητες που οδήγησαν στην κατασκευή ενός τόσο φιλόδοξου και εντυπωσιακού φρουρίου η οποία κατά τον Στάη «εἰς νησίδριον ἄσημον καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχαίων συγγραφέων μόλις μνείας τυχόν, φαίνεταί μοι λίαν παράδοξος», ας σημειώσουμε ότι ανάμεσα στα κινητά ευρήματα βρίσκονται πολεμικά αντικείμενα, αιχμές από βέλη και βλήματα βαλλίστρας, μολυβδίδες, καθώς και διαφόρων μεγεθών βλήματα από καταπέλτη, ευρήματα που παρουσιάζουν μια κοινωνία σε συνεχή πολεμική δραστηριότητα.


Μολυβδίδα του πρώτου μισού του 3ου αι. π.Χ.

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, βάσει των νομισμάτων που έχουν βρεθεί (βλ. εικ.), αλλά και μερικών άλλων κεραμικών ευρημάτων και μολυβδίδων, το νησί, το μεγαλύτερο διάστημα της «ζωής» του, αποτελούσε τμήμα της κρητικής πόλης Φαλάσαρνας.

Νομίσματα Φαλάσαρνας


Ιστορικά συμπεράσματα 

 Την ιστορική ερμηνεία του χώρου προσπάθησε για πρώτη φορά να την κάνει ο Βαλέριος Στάης, μετά την πρόχειρη ανασκαφή που διενήργησε στην παραλία του Ξηροποτάμου. Ο Στάης υπέθεσε ότι το οχυρό κατασκευάστηκε από τους Αθηναίους κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, στα τέλη δηλαδή του 5ου αι. π.Χ.: «Φαίνεται ὄμως ὄτι ἔνεκα τῆς γεωγραφικῆς αὐτοῦ θέσεως ἐγένετο χρήσιμον κατὰ τόν Πελοποννησιακόν πόλεμον, ὄτε θὰ ὑπέστη τάς τύχας τῶν Κυθήρων ἄτινα ὔπετάγησαν ὑπό τῶν Ἀθηναίων . . . . . Πιθανώς λοιπὸν κατὰ τὸν Πελοποννησιακὸν πόλεμον ὠχυρώθη ἡ πόλις περιτειχισθείσα, ὤς καί ἐν Κυθήροις ἐγένετο».

Το 1961, οι Helen Waterhouse και Richard Hope-Simpson, με κριτήριο την ύπαρξη μερικών τμημάτων του τείχους «πολυγωνικής» δόμησης, χωρίς να προχωρήσουν σε ιστορική ερμηνεία, χρονολόγησαν την κατασκευή του οχυρού σε δύο φάσεις, μια πρώτη, κατά την οποία κατασκευάστηκε μόνο η «Ακρόπολη» στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., και μια δεύτερη, κατά την οποία επενδύθηκε με ισοδομικό τρόπο το δυτικό τείχος της και, την ίδια εποχή, οχυρώθηκε όλος ο οικισμός. Όπως αναφέρεται παραπάνω, τα αρχαιολογικά-ανασκαφικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τις δύο αυτές υποθέσεις.

Ο πολυγωνικός τρόπος δόμησης είναι «ακατάστατος», όπως συνηθίζεται συχνά τα ύστερα κλασικά και τα πρώιμα Ελληνιστικά χρόνια και επιβάλλεται από το υλικό του χώρου, ενώ από τα κινητά ευρήματα δεν προκύπτει καμιά ένδειξη κατοίκησης πριν από το τρίτο τέταρτο του 4ου αι. π.Χ. Παραμένει βέβαια το ερώτημα «ποιος, πότε και γιατί» προχώρησε στην κατασκευή ενός τόσο πολυδάπανου έργου. Ποια ήταν η πηγή εσόδων του πληθυσμού σε ένα νησί που δεν έχει αρκετές καλλιεργήσιμες εκτάσεις για να μπορέσει να θρέψει τους κατοίκους και να δημιουργήσει ικανό πλεόνασμα, ώστε να επιτρέψει μια τόσο δαπανηρή οχύρωση;

Η πρώτη, λογική, απάντηση είναι ότι κάποια ξένη δύναμη η οποία θα είχε ενδιαφέρον να ελέγχει το νότιο Αιγαίο θα συμμετείχε είτε άμεσα είτε χρηματοδοτώντας τους κυρίαρχους του νησιού. Ασφαλώς στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., όταν η ελληνική αλλά και η παγκόσμια ιστορία άλλαζαν πορεία, η στρατηγική θέση του μικρού νησιού θα ενδιέφερε κάποιες δυνάμεις να το ελέγχουν. Αλλά όταν ακόμα ήταν «ελεύθερες» οι μεγάλες ελληνικές πόλεις, πριν από τη μάχη της Χαιρώνειας και την καταστροφή των Θηβών το 335 π.Χ., το ενδιαφέρον τους ήταν στραμμένο προς τον Βορρά και στα μεγαλεπήβολα σχέδια του Φιλίππου και του Αλέξανδρου. Το ενδιαφέρον επίσης της ανερχόμενης δύναμης των Μακεδόνων ήταν στραμμένο προς τα ανατολικά και όχι προς το Αιγαίο. Ως μεγάλη δύναμη που θα μπορούσε να ενδιαφερθεί να ελέγξει το νησί παραμένει η Περσία, η οποία λίγο πριν είχε ανακαταλάβει την Αίγυπτο και είχε επίσης αντιληφθεί τα αντιπερσικά σχέδια των Μακεδόνων.

Την απάντηση δίνει η ανάγνωση της επιγραφής που βρέθηκε στον Ξηροπόταμο. Ο πρώτος αναθέτης που αναγράφεται είναι ο Ἀριστομένης Ἀριστομήδους, Θεσσαλός εκ Φερῶν ο οποίος φαίνεται γνωστός από τις φιλολογικές πηγές. Ένας Αριστομένης αναφέρεται ως «ναύαρχος» του περσικού στόλου στο Αιγαίο μετά την είσοδο των Μακεδόνων στην Μικρά Ασία. Ένας Αριστομήδης, Θεσσαλός από τις Φερές, συμμετείχε, ηγούμενος είκοσι χιλιάδων βαρβάρων, στον περσικό στρατό στην μάχη της Ισσού. Όπως είναι γνωστό, μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας από τον Φίλιππο, πολλοί Θεσσαλοί, οι ανήκοντες στην ηγετική ομάδα που εκδιώχθηκε από τους Μακεδόνες, κατέφυγαν στον Μεγάλο Βασιλέα ως μισθοφόροι με την ελπίδα της επιστροφής στην πατρίδα τους. Γνωρίζουμε επίσης ότι μετά την ήττα στον Γρανικό οι Πέρσες κατέλαβαν την Χίο και προσπάθησαν να προσεταιριστούν, με την μεσολάβηση των Σπαρτιατών και την διάθεση μεγάλων ποσοτήτων χρυσού, ελληνικές πόλεις που δεν συμμετείχαν στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου (σημ. 5).

Οι κρητικές πόλεις ανήκαν στην κατηγορία αυτή και φαίνεται ότι η προσπάθεια του Άγιδος Γ΄, που ήταν φορτωμένος με πολλά τάλαντα από τους Πέρσες, προσανατολίστηκε προς τα εκεί. Η εμφάνιση, στο δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ., πλήθους ισχυρών και πολυδάπανων οχυρώσεων στην Μεγαλόνησο μπορεί να εξηγηθεί με την εισροή περσικού χρυσού στην προσπάθεια της αυτοκρατορίας να οργανώσει την αντεπίθεσή της. Η εκπληκτική προέλαση του Αλέξανδρου, ο οποίος έδρασε επιπλέον σοφά αποκόπτοντας έγκαιρα την πρόσβαση των Περσών στην Μεσόγειο, ακύρωσε όλα τα σχέδια αντεπίθεσης. Γνωρίζουμε ότι μετά την μάχη της Ισσού ο Αλέξανδρος ασχολήθηκε με την τύχη της Χίου επιβάλλοντας την επιστροφή των εκδιωχθέντων στο νησί (σημ. 6).

Για την πιο απομακρυσμένη Κρήτη από τον κυρίως ελλαδικό κορμό, στις πόλεις της οποίας ασφαλώς θα είχαν διαμειφθεί παρόμοιες πολιτικές διεργασίες (σημ. 7), δεν υπάρχουν ενδείξεις αλεξανδρινής παρέμβασης, αλλά ο πρόωρος θάνατος του Μακεδόνα ηγέτη και οι διαμάχες των επιγόνων μάλλον απάλλαξαν τις κρητικές πόλεις από την τιμωρία τους για την προσπάθεια «μηδισμού». Αμέσως μετά, με την εξαφάνιση του περσικού κράτους, η εξοπλισμένη και οχυρωμένη Φαλάσαρνα, χωρίς πολλά εισοδήματα και εκμεταλλευόμενη την στρατηγική θέση του νησιού, άρχισε να επιδίδεται στην πειρατεία (σημ. 8) και από νωρίς ενόχλησε την αναπτυσσόμενη εμπορική δραστηριότητα των Ροδίων, αλλά και των άλλων ασθενέστερων νησιών τα οποία προστάτευε η Ρόδος με ανάλογα ανταλλάγματα. Δυο επιγραφές από την Ρόδο αποδεικνύουν ακριβώς την δραστηριότητα αυτή.

Η πρώτη είναι τιμητικό ψήφισμα του δήμου των Ροδίων για κάποιους πολίτες του που διακρίθηκαν στην εκστρατεία των Ροδίων κατά της Αιγιλίας. Η χρονολόγησή τους στο πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. ταιριάζει με την χρονολόγηση που διαπιστώνεται στο εκτεταμένο, σε πολλά σημεία του Κάστρου, στρώμα καταστροφής. Στο ίδιο στρώμα βρέθηκαν και μερικές μπάλες από καταπέλτη, για την ρίψη των οποίων πολύ πιθανό να ήταν υπεύθυνος ο αναφερόμενος στις επιγραφές ειδικός στους καταπέλτες (= καταπαλταφέτης), Πολέμαρχος, γιος του Τιμακράτεως, Κασαρεύς.


Βλήματα από καταπέλτη

Ο ίδιος ο Πολέμαρχος γιος του Τιμακράτεως, ο οποίος αργότερα προήχθη σε συνταγματάρχη αναφέρεται και σε μια δεύτερη, επιτύμβια επιγραφή μαζί με τα αδέλφια του και φαίνεται ότι και οι τρεις σκοτώθηκαν σε εκστρατείες κατά των πειρατών σε διάφορα μέρη της Μεσογείου. Ο μεγάλος αδελφός του, που ήταν κυβερνήτης πλοίου, πρωιρατεύων, σύμφωνα με μια πρόταση συμπλήρωσης της επιγραφής, σκοτώθηκε στην Αιγιλία στην εκστρατεία για την οποία τιμήθηκε ο Πολέμαρχος, αν βέβαια δεχθούμε ότι οι Ρόδιοι επιτέθηκαν μόνο μία φορά στην Αιγιλία. Τα Αντικύθηρα αναφέρονται ως ο τόπος στον οποίο κατέφυγε ο «επαναστάτης» βασιλιάς της Σπάρτης, ο Κλεομένης Γ΄, μετά την ήττα του στη Σελλασία το 223 π.Χ., στο δρόμο του προς την Αίγυπτο (Πλούτ., Κλεομ. 31. ), ο βασιλιάς της οποίας, ο Πτολεμαίος ο Ευεργέτης, θα του έδινε ενισχύσεις για να επιστρέψει στην Σπάρτη.

Στα Αντικύθηρα ο Θηρυκίων, ακόλουθος του Κλεομένη, διαφώνησε μαζί του, επειδή θεωρούσε απαράδεκτο ως Σπαρτιάτες να εγκαταλείψουν την Σπάρτη αντί να επιστρέψουν και να πέσουν στην μάχη. Μετά την απάντηση του Κλεομένη, ότι ο στόχος του ήταν να επιστρέψει για να αλλάξει την κοινωνική δομή της Σπάρτης, ο Θηρυκίων αυτοκτόνησε στο νησί. Λίγα χρόνια μετά το πέρασμα του Κλεομένη, τα Αντικύθηρα βρίσκονται στη δίνη των συγκρούσεων των κρητικών πόλεων, αλλά και της προσπάθειας των δυνάμεων που επιθυμούσαν να ελέγξουν τον χώρο του νότιου Αιγαίου και τα περάσματα προς την Δύση, όπου είχε ήδη εμφανιστεί η δύναμη της Ρώμης. Δύο διεκδικητές φαίνονται αναμεμιγμένοι στις κρητικές υποθέσεις εκείνη την περίοδο, ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας και ο Νάβις της Σπάρτης.

Και οι δυο ασφαλώς θα προσπάθησαν να ελέγξουν το μικρό νησί, ο πρώτος γιατί είχε βρει ως αφορμή την «πρόσκληση» στην Μεγαλόνησο από τους Πολυρρηνίους (Πολύβιος, Ιστορ. 4.55.1-5.), τους εχθρούς της Φαλάσαρνας, και ο δεύτερος επειδή είχε έμπρακτη εμπλοκή στις υποθέσεις της δυτικής Κρήτης. Υλικό κατάλοιπο της «επίσκεψης» του Νάβιδος αποτελούν πολλές ενεπίγραφες μολυβδίδες λακωνικού τύπου, που βρέθηκαν στο χώρο του «Κάστρου», με τον τίτλο «Βασιλέως», τίτλο τον οποίο έδωσε στον εαυτό του ο Νάβις τα τελευταία χρόνια της εξουσίας του. Ο 2ος αιώνας φαίνεται ότι ήταν αιώνας ανάπτυξης του οικισμού.

Η πρώτη ένδειξη είναι η κατασκευή (ή επανακατασκευή) του παραλιμένιου ιερού του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος. Ο χώρος τον οποίο καταλαμβάνει ο ναός έχει «προσχωθεί» τον 2ο αι. π.Χ. με την διαμόρφωση του ισχυρού περιβόλου του ιερού που περιόριζε το κανάλι που οδηγούσε στο «κρυφό λιμάνι». Η δεύτερη ένδειξη της σχετικής ανάκαμψης του οικισμού της Αιγιλίας, βρίσκεται στην στρωματογραφία της ανασκαφής στο χώρο του «Κάστρου». Το ανώτερο στρώμα των οικιών στο χώρο, και όπως φαίνεται το τελευταίο, χρονολογείται στον 2ο αι. π.Χ. Σε τι οφείλεται η σχετική ευμάρεια που παρατηρείται; Ασφαλώς η εξήγηση βρίσκεται στα εισοδήματα της πειρατικής δραστηριότητας της Φαλάσαρνας. Η Ρώμη έχει μπει δυναμικά στην ιστορία του αιγαιακού χώρου και οι εμπορικές συναλλαγές μεταξύ της ανατολικής και της κεντρικής Μεσογείου παρουσιάζουν εξαιρετική ανάπτυξη.

Τμήμα του περιβόλου του ιερού

Η εμπλοκή του νησιού στις ενδοκρητικές διαμάχες είναι επίσης εμφανής από τα δεδομένα της ανασκαφής. Μια σειρά από ενσφράγιστες μολυβδίδες που έχουν βρεθεί στην Αιγιλία φέρουν ονόματα κρητικών αξιωματούχων από πόλεις που είχαν συμμαχικές σχέσεις με την Φαλάσαρνα (βλ. εικ.) ·η μολυβδίδα της εικόνας είναι αχρησιμοποίητη και βρέθηκε εντός της οχύρωσης, είναι δε σφραγισμένη με το όνομα Ποδαίθου και ένα κηρύκειο. Ο Πόδαιθος έζησε τον 2ο αι. π.Χ. και ήταν αξιωματούχος της Λατούς, πόλη της ανατολικής Κρήτης.


Μολυβδίδα (βλήμα σφεντόνας)

Η Αἰγιλία φαίνεται ότι υπέστη την εκδικητική μανία του Ρωμαίου στρατηγού Μέτελλου που κατέπνιξε με αγριότητα την «Κρητική Επανάσταση» το 69-67 π.Χ. Η ζωή στο «Κάστρο» σταμάτησε ακριβώς εκείνα τα χρόνια. Την ίδια χρονική στιγμή καταστράφηκε και η Φαλάσαρνα. Ανθρώπινη παρουσία διαπιστώνεται πάλι στο νησί μετά τον 5ο αι. μ.Χ., όταν η ζωή στο Αιγαίο ομαλοποιήθηκε με την ισχύ του βυζαντινού στόλου έως περίπου τις αρχές του 8ου αι., όταν άρχισαν οι αραβικές επιθέσεις και φαίνεται ότι τα Αντικύθηρα έχασαν πάλι τον πληθυσμό τους. Οι κάτοικοι επανήλθαν στα μεσοβυζαντινά χρόνια, λίγο μετά την εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, και μετά την 4η Σταυροφορία έως και τους Ναπολεόντειους πολέμους ανήκαν, μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα, στις κτήσεις της Βενετίας.

Ασημένιο νόμισμα του Λέοντος Δ΄ - Χάζαρου (775-780 μ.Χ)

Πρόταση της αρχαιολογικής ομάδος

Σήμερα το νησί περνάει μια νέα περίοδο ερήμωσης, η οποία φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη, εκτός εάν γίνει «χρήση» των αρχαιοτήτων με προγράμματα εναλλακτικού τουρισμού τα οποία θα αποτελέσουν στοιχείο προσέλκυσης επισκεπτών και θα επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο. Ήδη έχει προταθεί ένα πρόγραμμα αρχαιολογικού τουρισμού, του οποίου ο στόχος δεν θα είναι να μετατρέψει το «Κάστρο» σε έναν οργανωμένο και καλαίσθητο αρχαιολογικό χώρο στον οποίο όμως ο επισκέπτης θα μένει απλός περαστικός θεατής. Η πρόταση του προγράμματος συνίσταται στην δημιουργία ενός ζωντανού Αρχαιολογικού Πάρκου, στο οποίο οι επισκέπτες θα έχουν την δυνατότητα να δραστηριοποιούνται και από απλοί θεατές θα μετατρέπονται σε δρώντα υποκείμενα.

Στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στη νότια, οι μέρες ηλιοφάνειας που επιτρέπουν υπαίθρια εργασία αρχίζουν από τα μέσα Μαρτίου και τελειώνουν αργά τον Νοέμβριο. Αυτό δίνει την δυνατότητα να προγραμματίζεται αρχαιολογική δραστηριότητα όλη αυτή την περίοδο. Η δραστηριότητα αυτή εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο ενός προγράμματος εναλλακτικού τουρισμού. Οι ενδιαφερόμενοι επισκέπτες-τουρίστες θα έρχονται όχι για απλή επίσκεψη αλλά για να συμμετάσχουν στην διαδικασία της αποκάλυψης και της δημιουργίας του αρχαιολογικού χώρου. Θα εργάζονται δηλαδή ως «εργατικό» προσωπικό και θα διδάσκονται ταυτόχρονα την ανασκαφική διαδικασία, αλλά και όλες τις άλλες δραστηριότητες που απαιτούνται για την δημιουργία και την λειτουργία ενός Αρχαιολογικού Πάρκου, όπως είναι η αποκάλυψη των αρχαιοτήτων και η αποκατάστασή τους, η δημιουργία μονοπατιών προς τους χώρους ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, η ξενάγηση στο χώρο, ενώ ταυτόχρονα, τα απογεύματα, θα τους παραδίδονται μαθήματα (α) ιστορίας του αρχαιολογικού χώρου, (β) του τρόπου με τον οποίο εξάγονται τα ιστορικά συμπεράσματα από τα ανασκαφικά δεδομένα, αλλά και (γ) μαθήματα για τους στόχους της αρχαιολογικής έρευνας, (δ) μαθήματα άμεσης συντήρησης και σχεδίου, κινητών και ακίνητων ευρημάτων, καθώς και (ε) των τρόπων προβολής του «αρχαίου» στο ευρύτερο κοινό.

Το κείμενο καθώς και η πρόταση βασίζεται στην μελέτη του αρχαιολόγου κου Άρη Τσαραβόπουλου.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1. Τα Αντικύθηρα έχουν γίνει παγκοσμίως γνωστά από την εύρεση στην θαλάσσια περιοχή τους του περίφημου «Ναυαγίου», αλλά η ιστορία τους κατά την διάρκεια της αρχαιότητας (προϊστορικής και «ιστορικής») και των μεσαιωνικών χρόνων ήταν άγνωστη. 

2. Ἀρχαιολογικὴ Ἐφημερίς 1862, 314 αρ. 398, 400, 401, και 402, πίν. ΜΒ΄.

3. Αντίθετα με όσα έγραψε ο Στάης (και αναγράφεται και στο Ν. Καλτσάς, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα Γλυπτά, Αθήνα 2001, σ. 271 αρ. 567) πρόκειται για δύο διαφορετικά μνημεία που διαφέρουν χρονικώς περίπου 150 με 200 χρόνια μεταξύ τους (Martin Flashar, Apollon Kitharodos, Statuarische Typen des musischen Apollon, Wien 1992, σ. 85). Η επιγραφή χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., όπως σωστά γράφει ο Στάης, αλλά το άγαλμα έχει φιλοτεχνηθεί τον 2ο αι. π.Χ. 

4. Στην περιοχή των Χαρχαλιανών, στο βορειοδυτικό τμήμα του νησιού, έχουν εντοπιστεί φλέβες λευκού πυριτόλιθου. 

5. Σχετικά με την πολιτική της Περσικής Αυτοκρατορίας να οργανώσει «αντεπίθεση» κατά του Αλέξανδρου δες: Sekunda N., The date and Circumstances of the Construction of the Fortifications at Phalasarna, HOΡΟΣ 17-21 (2004-2009), σ. 597-600 και Τσαραβόπουλος, A., Η επιγραφή IG V 1, 948 και οι ενεπίγραφες μολυβδίδες του Κάστρου των Αντικυθήρων, HOΡΟΣ 17-21 (2004-2009), σ. 327-348. 

6. Στο μουσείο της Χίου φυλάσσεται επιγραφή που αποδίδει την επιστολή του Μ. Αλέξανδρου προς τους Χίους, μετά τη μάχη της Ισσού, με την οποία επιβάλλει την επιστροφή των εκδιωχθέντων από τους ολιγαρχικούς. 

7. Εξετάζοντας τις οχυρώσεις του δεύτερου μισού του 4ου αι. π.Χ. παρατηρείται μια διαφοροποίηση στην ποιότητα και στο κόστος της κατασκευής. Συγκρίνοντας τα τείχη της Φαλάσαρνας και της Αιγιλίας, της Λησσού και της Απτέρας, για να μιλήσουμε μόνο για τη βορειοδυτική Κρήτη, με αυτά της Πολυρρήνειας, η οποία δεν διέθετε ναυτική δύναμη και συνεπώς δεν ενδιέφερε τους Πέρσες, ενώ βρισκόταν σε συνεχή διαμάχη με τις γειτονικές της πόλεις, διαφαίνεται ότι στις πρώτες η οχύρωση ήταν πολύ δαπανηρή, ενώ στην τελευταία έγινε με οικονομική δυσκολία όπως φαίνεται από το αποτέλεσμα. 

8. Για την πειρατική δραστηριότητα των κρητικών πόλεων τα Ελληνιστικά χρόνια δες: Brulé P., La Piraterie crétoise hellénistique, Annales Littéraires de l’ Université de Besançon 223, Paris 1978.