Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Τα παραμύθια



Παραμύθι είναι η λαϊκή διήγηση, που μοιάζει με μεγάλο περιπετειακό μύθο ή έχει συντεθεί από περισσότερους πυρήνες (μοτίβα) ανθρωπο – μεταφυσικών μύθων, που είναι γνωστοί σε περισσότερους λαούς. Ό, τι είναι στην λογοτεχνία το μυθιστόρημα, είναι στην Λαογραφία το παραμύθι. Το κείμενό του (δηλαδή ο ολοκληρωμένος «τύπος» του παραμυθιού) μπορεί κάποτε να κρατάει και ώρες και μέρες στην αφήγηση.

 Η τέχνη της σύνθεσης ή της αφήγησης του παραμυθιού ανήκει σε ειδικούς τεχνίτες του λόγου, που λέγονται παραμυθάδες. Αυτοί μοιάζουν με τους αοιδούς, που έψαλλαν τα έπη, ή με τους σύγχρονους λογοτέχνες του μυθιστορήματος.

Η υπόθεση του παραμυθιού δεν δεσμεύεται από τόπο σε χρόνο. Επίσης, τα πρόσωπά του είναι αόριστα (ένας βασιλιάς, μια γριά, ένα παιδί) και φανταστικά (δράκος, μάγισσα, φτερωτό άλογο). 

Η λαϊκή του διατύπωση ακολουθεί πάντα κοινούς αφηγηματικούς κανόνες, που έφτασαν να θεωρηθούν «νόμοι» από τους παραμυθολόγους. Τέτοιοι είναι οι «επικοί νόμοι» (για το πεζό και το έμμετρο αφήγημα), που διατύπωσε το 1908 ο Δανός Axel Olrik. 

Κυριότεροι τους είναι: η επανάληψη των φραστικών μοτίβων, τα τρία πρόσωπα ή έργα, τα δύο πρόσωπα επί σκηνής, οι αντιθέσεις, η αποκορύφωση της πλοκής κ.α.

Το παραμύθι είναι διεθνές λαογραφικό είδος και κυκλοφορεί από τόπο σε τόπο. Για την παλιότερη κοινή καταγωγή του υπάρχουν πολλές θεωρίες:

α) Η Ινδοευρωπαϊκή, από τους αδελφούς Grimm η οποία υποστήριζε ότι τα παραμύθια κατάγονται από μύθους των ινδοευρωπαίων Αρίων, που ήρθαν στην Ευρώπη – Ασία.

β) Η Ινδική, από το Th. Benfey η οποία υποστηρίζει ότι τα μεγάλα παραμύθια πρωτοφτιάχτηκαν από τους Ινδούς. 

γ) Η Πολυγενετική, από τον A. Bastian, σύμφωνα με την οποία οι μύθοι είναι σύμβολα και εμπνεύσεις ζωής, που εύκολα μπορούν αν γεννηθούν σε περισσότερους λαούς. 

δ) Η Φιλολογική ή Ιστορικο – γεωγραφική, από τους Φιλανδούς που θεωρεί ότι είναι μεν κοινοί οι μυθικοί πυρήνες – τα «μοτίβα» - αλλά κάποτε κάπου φτιάχτηκε το μεγάλο παραμύθι, κι έπειτα διαδόθηκε. Αυτό θα το προσδιορίσει η έρευνα, συγκρίνοντας τις διάφορες παραλλαγές. 




Για το περιεχόμενο και τη φύση των παραμυθιών υπάρχουν άλλες θεωρίες, οι εξής: 

α) Η Μυθολογική, η οποία υποστηρίζει ότι το παραμύθι είναι ανάπτυξη των παλιών κοσμογονικών μύθων

β) Η Συμβολιστική, η οποία θεωρεί ότι τα παραμύθια είναι αλληγορίες των θρησκευτικών δοξασιών και λατρείας

γ) Η Ψυχαναλυτική, που πιστεύει ότι τα παραμύθια φτιάχτηκαν από όνειρα και ψυχικές καταστάσεις του ατόμου

δ) η Ανθρωπολογική, η οποία πρεσβεύει ότι τα παραμύθια είναι πολιτιστικά επιβιώματα, ή αναμνήσεις από την παλιότερη ζωή των ανθρώπων.

Το τελευταίο είναι το σωστότερο, αλλά σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, και με τον υπολογισμό επίσης της θαυμαστής ανθρώπινης φαντασίας. 

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι τα στοιχεία «ανώτερου πολιτισμού» (από την ζωή των βασιλιάδων και των αρχόντων ή των Νεράϊδων), που λέμε ότι βρίσκουμε στα παραμύθια, δεν είναι απαραίτητο να είναι τέτοια από την αρχή. Είναι δυνατό, πρωτόγνωρα παραμύθια, που είχαν για ήρωες και ατμόσφαιρά τους απλά ανθρώπινα πρόσωπα και σκηνές, να εξελίχθηκαν σε πριγκιπικά ή ναυτικά, όταν το θέμα τους χρησιμοποιήθηκε από τις αντίστοιχες κοινωνίες. 

Και τότε φτάνουμε στο συμπέρασμα (αντίθετο από την αριστοκρατική αντίληψη των μονογενετικών σχολών), ότι ο άνθρωπος, και ο πιο πρωτόγονος, εμπνεύστηκε κάποτε ένα θέμα παραμυθιού (αφού η φαντασία, η μεταφυσική σκέψη και τα χιμαιρικά όνειρα είναι κοινά στους ανθρώπους), που, είτε όμοιο είτε διάφορο, το γνώρισαν με τον καιρό όλοι οι λαοί της Γης, κι ο καθένας το διαμόρφωσε κάθε φορά πάνω στις πολιτιστικές του δυνατότητες. Από φιλολογική άποψη μάλιστα είναι δυνατό να γνώρισε το παραμύθι κάποια «χρυσή εποχή», όταν στους πύργους και στα παλάτια χρειάστηκε να γίνει καλύτερο, για να τέρψει και να κολακέψει τους βασιλιάδες και τους άρχοντες, ή όταν γραμματισμένοι το πήραν στα χέρια τους και το έκανα συμβολικό μύθο, έπος, μυθιστόρημα, θεατρικό έργο. 

Να μην ξεχνάμε και τα μεγάλα περιπετειακά γεγονότα των εποχών, τα μακρινά ταξίδια, τους πολέμους και τις εκστρατείες, που δίχως αντικειμενική περιγραφή έτρεφαν, με στοματικές ή γραπτές αφηγήσεις, την φαντασία των παραμυθάδων. 


Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε και για τους αρχαίους ελληνικούς μύθους, και για την σχέση τους με την αντίστοιχη παραμυθολογία. 

Πρέπει να δεχτούμε, πως ο αρχαίος ελληνικός λαός διηγόταν κι αυτός παραμύθια και εύθυμες ιστορίες, κι ας μη μας τα έδωσαν γραμμένα οι λόγιοι της εποχής του, γιατί δεν τα πρόσεχαν ή τα περιφρονούσαν (γραώδεις μύθους τα είπε ο Πλάτων). Όλα όμως τα λαϊκά εκείνα αφηγήματα θα είχαν την χάρη και την ποίηση της ελληνικής φαντασίας, με την πλούσια φυσιοκρατική παράδοση του τόπου και τα ώριμα στοιχεία του υλικού του πολιτισμού. Δείγματα τους πρέπει να είναι οι ηρωϊκοί μύθοι, που μας άφησαν σε συμπτυγμένες μορφές οι αρχαίοι λόγιοι, κοσμογονικές και θρησκευτικές αλληγορίες, που στηρίχτηκαν σε λαϊκό υλικό για να ερμηνεύσουν την ζωή και την δημιουργία. 

Εκείνο που συνηθίζουμε να λέμε, όταν ανακαλύπτουμε μέσα σ’ ένα νεώτερο παραμύθι ένα επεισόδιο από την αρχαία ελληνική μυθολογία, ότι π.χ. «αυτό είναι η ιστορία του Ιάσωνα με το ένα παπούτσι» ή «η ιστορία του Οιδίποδα, του Περσέα, της Κίρκης, του Κύκλωπα» κτλ., θα πρέπει ίσως να το πούμε κι αντίστροφα, ότι έχουμε το παλιό παραμύθι, απ’ όπου έπλασαν οι αρχαίοι τον μύθο του Ιάσωνα, του Οιδίποδα κτλ. 

Χαρακτηριστικό είναι π.χ. ότι το επεισόδιο του Οδυσσέα, που με το «Ούτις» ξεγέλασε τον Κύκλωπα, το βρίσκουμε συχνά στα ελληνικά παραμύθια, ακόμη και στις παραδόσεις για τους Καλικαντζάρους (βλ.σχετικά), αλλά το βρίσκουμε και στα ξένα παραμύθια, και τα πιο μακρινά των ιθαγενών λαών. 

Φυσικά έχει συμβεί και κάτι ιστορικό: Τα ελληνικά γράμματα, από τ’ Αλεξανδρινά χρόνια κι εδώ, έκαναν ώστε να διαδοθούν στις ασιατικές και στις ευρωπαϊκές χώρες οι αρχαίοι ελληνικοί μύθοι και να χρησιμοποιηθούν σαν μοτίβα στα λαϊκά παραμύθια τους. 



Τα παραμύθια χωρίζονται σε περισσότερες κατηγορίες, ανάλογα με τον κόσμο και τις εμπνεύσεις του περιεχομένου τους. Έτσι έχουμε: 

1. Τα Μυθικά ή Ξωτικά παραμύθια, με τους γίγαντες, τους δράκους, τις μάγισσες, τα φτερωτά όντα, κ.α. 

2. Τα Διηγηματικά ή Κοσμικά παραμύθια, που κινούνται σε ανθρώπινες κοινωνίες (ταξίδια, πολέμους, γεωργία, κυνήγι) και μοιάζουν με μυθιστορήματα από την πραγματική ζωή. Αυτά είναι περισσότερο φιλολογικά, που κάποτε γράφτηκαν ή και διασκευάστηκαν από μεσαιωνικούς συγγραφείς (π.χ. ο Απολλώνιος και η Αρχιστράτα). 

3. Τα Θρησκευτικά ή Συναξαρικά παραμύθια, που εμπνέονται από την Γραφή και τους Βίους των Αγίων, ή παρουσιάζουν σκηνές με την εμφάνιση του Χριστού και των Αποστόλων στην Γη.

4. Τα Ευτράπελα ή Σατιρικά παραμύθια, που διηγούνται με περιπετειακό τρόπο παθήματα κουτών, τιμωρίες υπερηφάνων, ξεγελάσματα Δράκων κ.α. 





Μέσα στις κατηγορίες αυτές, υπάρχουν και ιδιαίτερες περιπτώσεις παραμυθιών, που τα λέμε αινιγματικά, κλιμακωτά, παροιμιακά κ.α., ανάλογα προς τον τρόπο της πλοκής τους. 

Αινιγματικά είναι όσα ξεκινούν από ένα αίνιγμα και στηρίζουν την πλοκή τους στην λύση του: π.χ. Η Πιττούλα σκότωσε την Μορφούλα, η Άντζα η μάννα μου, βάτος ο πατέρας μου, Το μασώ, πατώ κ.α.

Κλιμακωτά είναι όσα πορεύονται με ολοένα αυξανόμενα περιστατικά , π.χ. Δωσ’ μου, μπιστικέ, ένα αρνί, κι εγώ τ’ αρνί του λύκου, κι ο λύκος εμέ τ’ αντέρια, για να γυρίσω σπίτι μου, μη με σκοτώσει ο γέρος κ.α. 

Παροιμιακά είναι αυτά, που αναπτύσσουν μια παροιμία π.χ. Βοήθα με να σε βοηθώ, ν’ ανεβούμε το βουνό. Μια φορά κι έναν καιρό… 

Τα παραμύθια της κάθε χώρας είναι συνήθως παραλλαγές από το μεγάλο κόσμο των παγκοσμίων παραμυθιών, αλλά διατηρούν το εθνικό χρώμα τους, στην γλώσσα, στα στοιχεία ζωής, στα πρόσθετα φανταστικά μοτίβα και στον τρόπο της αφήγησης. Η σύγχρονη μελέτη της δομής τους ελάχιστα ξεχωριστά στοιχεία παρατηρεί στι κάθε εθνοτοπικό κείμενο, επειδή η ανθρώπινη παραμυθουργία παρουσιάζεται κοινή. Διαφέρουν όμως, όπως είναι φυσικό, οι γλωσσικοί τρόποι, που έχουν την δική τους πειθαρχία στην διατύπωση και στην σειρά του λόγου. 

Τα Νεοελληνικά Παραμύθια είναι πολλά και ευχάριστα πάντα στον ελληνικό λαό (αφού τον ψυχαγώγησαν στους αιώνες της κλειστής ζωής του) και μπορούμε να πούμε ότι παρουσιάζουν τα εξής στοιχεία: 

1. Χαρούμενες εισαγωγές, που δημιουργούν οικειότητα: Κόκκινη κλωστή δεμένη…την καλή μας συντροφιά να την καλησπερίσει. 
Επίσης ευχάριστες παρεμβολές: Ψέματα κι αλήθεια, έτσι ειν’ τα παραμύθια!) Και αισιόδοξους τερματισμούς (Έζησαν αυτοί καλά...ή Ήμουνα κι' εγώ εκεί και χάρηκα φαγοπότι).

2. Κάποια λιτότητα και νοικοκυρεμένη πορεία στην αφήγηση:  (Για να καντολογούμε...Ας αφήσουμε τούτους να δούμε εκείνον.)

3. Μια συνήθεια περιγραφής του χώρου και του περιβάλλοντος, που μας δίνει και στοιχεία πολιτιστικά (ή γεωγραφικά) για τους τόπους και την ζωή τους.

4. Μια κοινωνική οικειότητα ανάμεσα σε βασιλιάδες και τους υπηκόους, σε άρχοντες και υπηρέτες, σε πλούσιους και φτωχούς, που είναι ανθρώπινη και την θεωρεί πολύ φυσική ο λαός. (Π.χ. Ο βασιλιάς φωνάζει από το μπαλκόνι του έναν φτωχό... Η μητέρα του φτωχού πάει στον άρχοντα να του ζητήσει την κόρη του κ.α.)

5. Μια διάθεση διδακτική (όπως και στους μύθους), που φανερώνεται περισσότερο κάθε που οι κακοί τιμωρούνται (στην αφήγηση) ή οι απελπισμένοι δεν χάνονται.

6. Μια εύκολη διάθεση αστείου και χωρατού, αλλά και μετρημένη ευγένεια, όσο και σεβασμό του παιδικού ακροατηρίου στην αφήγηση.

Γεννιέται τώρα το ερώτημα για το νεοελληνικό παραμύθι: Ζει άραγε πάντα στον Ελληνικό λαό η παράδοση των παλιών αφηγήσεων, όπως ξέρουμε ότι ζούσε τουλάχιστον ως τα προπολεμικά χρόνια;

Η απάντηση γίνεται αμέσως διστακτική, όταν σκεφτούμε τις μεταβολές που έφερε και φέρνει στην λαϊκή ζωή και στις απασχολήσεις της η μηχανική και υπερ-αστικοποιημένη σήμερα ζωή μας. Βρισκόμαστε στην εποχή, που οι γιαγιάδες μόλις θυμούνται μερικά παραμύθια από τις μητέρες τους, και που τα παιδιά μόνο σε μιά στενά περιορισμένη ηλικία ή γεωγραφική έκταση τ' ακούνε.Τ' ακούνε όσο υπάρχουν γιαγιάδες να τους τα ξαναλένε, κι όσο δεν έχουν τη δυνατότητα να ξεφυλλίσουν τα εικονογραφημένα παιδικά παραμύθια, τις αμερικανικές καρικατούρες ή να περιμένουν τις «ώρες του παιδιού» στην τηλεόραση. 

Οι μεγάλοι βέβαια δεν νοιάζονται καθόλου γι' αυτά. Η αντίστοιχη ψυχαγωγία τους γίνεται τώρα με την τηλεόραση, τις εφημερίδες  και το διαδίκτυο. Αυτή η παγκόσμια ειδησεογραφία, με την λεπτομερειακή ενημέρωση για περιπέτειες, ερωτικά δράματα, οικογενειακές σκηνές, εγκλήματα, κατασκοπείες, δυστυχήματα, για τα συνεχή πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα, με τις παράτες, τα γεύματα και τις υποδοχές, έχουν αρκετή δύναμη και ύλη, ώστε να κλείσουν κάθε άλλο ενδιαφέρον στον λαό και να του παραγεμίσουν τις ώρες της δουλειάς ή του καφενείου. Στις βεγγέρες και στην μοδιστική, τα κορίτσια και οι γυναίκες κρατούν ανοιγμένο το ραδιόφωνο και δεν μιλούν. Το ίδιο κι οι ναυτικοί στα ταξίδια, το ίδιο κι οι επιβάτες στο λεωφορείο. Οι γέροι θέλουν πάντα να διηγηθούν κάτι αλλά η νεολαία τους αποπαίρνει.




Υπάρχουν βέβαια και τ' απόμερα ακόμα χωριά, τα μικρά νησάκια, οι κλειστές κοινωνίες ή οικονομικές ομάδες, όπου το παραμύθι παίζει κάπως το παλιό διδακτικό και ψυχαγωγικό ρόλο του. Μα κι εκεί χάνει σιγά σιγά την φραστική άνεση και την αυτοπεποίθησή του. Ο φόβος του σχολείου και των γραμματισμένων παιδιών, που είναι έτοιμα να γελάσουν, κόβει από τους αφηγητές το παραδοσιακό θάρρος. Νεολογισμοί και δημοσιογραφικές λέξεις μπαίνουν στην φρασεολογία τους, σχόλια αμφιβολίας συντροφεύουν τις αφηγήσεις τους, πεζοί όροι αντικαθιστούν τους παλαιότερους ποιητικούς. 

Και το χειρότερο, τα κείμενα συντομεύονται πολύ. Οι παραμυθάδες με την ακούραστη τεχνική της αφήγησης σπανίζουν. Ιδιαίτερα τα μαγικά παραμύθια, με τις μεγάλες και θαυμαστές περιπέτειες, ακούγονται δύσκολα. Αντέχουν κάπως τα κοσμικά διηγηματικά, που έχουν πιστευτές περιπέτειες ανθρώπων, και που μπορεί να τις παρακολουθεί κανείς με συμπόνια και θαυμασμό. Είναι χαρακτηριστικό, ότι ακόμα και τα παιδιά σχολιάζουν τώρα με λογική αμφισβήτηση τις υπερφυσικές κι απίστευτες σκηνές των μαγικών, ενώ δέχονται με ικανοποίηση τα περιπετειακά.



Η αξία του παραμυθιού (και για την Λαογραφία θ' αποτελεί πάντα μια ωραία πραγματικότητα) εκτιμάται βέβαια φιλολογικά, για την γλώσσα, την πλοκή και την αφηγηματική τεχνική του, αλλά η κυριότερη σημασία του είναι κοινωνιολογική και παιδαγωγική.
 

Το παραμύθι σ' όλους τους λαούς:

α) ψυχαγώγησε και ψυχαγωγεί το κοινό, στις σπιτικές ώρες της ζωής του (ιδιαίτερα τα παλιότερα χρόνια), αλλά και σε άλλες ώρες συναναστροφής ή πορείας (κραβάνια, ταξίδια κ.τλ),

β) έδωσε στον κάθε λαό εγκυκλοπαιδική γνώση για τον άγνωστο κόσμο των ταξιδιών, αλλά και για το φανταστικό των παραμυθιών,

γ) γέμισε με φιλοσοφία και αισιοδοξία την σκέψη του, με το να του δείχνει ότι όλες οι περιπέτειες έχουν την καλή έκβασή τους, φτάνει να υπάρχει επιμονή και τόλμη,

δ) πλούτισε την φαντασία των μικρών παιδιών με σκηνές από την ζωή των ενηλίκων  και από τις πιθανές δραστηριότητες των φανταστικών όντων,

ε) δίδαξε στα παιδιά την αφήγηση, πλούτισε τις εμπνεύσεις τους με θέματα και έγινε πρόδρομος στην σημερινή λογοτεχνία και τα κινηματογραφικά θεάματα.



Η συλλογή των παραμυθιών πρέπει να γίνεται με προσεκτική παρακολούθηση και καταγραφή. Καλό είναι να καταγράφουμε στενογραφικά ή ταχύτατα (όσο και πιστά) την αφήγηση, όπως την ακούμε ·οι διακοπές και τα σταματήματα ενοχλούν τον παραμυθά. Μπορεί επίσης να γράφει ο ίδιος ο παραμυθάς το παραμύθι του κι ας είναι πρόχειρα και με ανορθογραφίες· έχει την σημασία του ο γραπτός λαϊκός λόγος. Το ασφαλέστερο όμως είναι να τον ακούμε να κάνει ζωντανή και ανενόχλητη την αφήγηση.

Όσο για την κατάταξη, μπορούμε πρόχειρα να εντάξουμε τα παραμύθια στις τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε (μυθικά, διηγηματικά, θρησκευτικά, ευτράπελα), σημειώνοντας και τις μικρές κατηγορίες: αινιγματικά, κλιμακωτά, παροιμιακά. 

Αλλά υπάρχει πάντα η διεθνής επιστημονική κατάταξη, που δίνει στον κάθε τύπο παραμυθιού έναν αριθμό, και βρίσκεται μέσα στο  βιβλίο του Φιλανδού Antti Aarne και του Αμερικανού Stith Thompson, The Types of the Folktale (α' εκδ. 1910, β' εκδ., Ελσίνκι 1964).



Στο βιβλίο αυτό, με την πλούσια παραμυθολογική βιβλιογραφία και την παγκόσμια θεώρηση του απλώματος των παραμυθιών, οι τέσσερις γενικές κατηγορίες των λαϊκών αφηγήσεων παρουσιάζονται με τα εξής επιμέρους κεφάλαια:

1. Παραμύθια για ζώα (άγρια ζώα, άγρια και κατοικίδια ζώα, πουλιά, ψάρια, άλλα ζώα.

2. Κλασικά παραμύθια: 
α) Μαγικά παραμύθια: Υπερφυσικοί αντίπαλοι, υπερφυσικοί άθλοι, υπερφυσικοί ή μαγεμένοι σύζυγοι, υπερφυσικοί βοηθοί, μαγικά αντικείμενα, υπερφυσική δύναμη και γνώση, 
β) Θρησκευτικά παραμύθια
γ) Διηγηματικά παραμύθια (νουβέλλες) και 
δ) Παραμύθια για τους κουτούς Δράκους.

3. Αστεία & Ανέκδοτα στα οποία περιλαμβάνονται: κουτοχωριάτικες ιστορίες, ιστορίες για αντρόγυνα, ιστορίες για γυναίκες, ιστορίες για άντρες). Ο τετραπέρατος (πολυμήχανος). Τυχερά επεισόδια. Ιστορίες των κουτών. Αστεία (φάρσες) με κληρικούς και άλλα εκκλησιαστικά πρόσωπα. Ανέκδοτα με άλλους λαϊκούς τύπους. Παραμύθια με ψευδολογίες.


4. Τυπολογικά παραμύθια: συσσωρευτικά ή κλιμακωτά, απαντητικά.



Τα νεοελληνικά παραμύθια μπορούν όλα να ενταχθούν στις κατηγορίες αυτές, κάποτε μάλιστα με περιπτώσεις που χρειάζονται ειδική υποδιαίρεση. Συστηματικός κατάλογος των Παραμυθιών μας, με ένταξη στο Διεθνή και με προσθήκες των ελληνικών «οικοτύπων», ετοιμάστηκε από τον καθηγητή Γεώργιο Μέγα.

Με την ευκαιρία σημειώνουμε, ότι υπάρχει και άλλος λεπτομερειακός πίνακας για τα μοτίβα (δηλ. τους μικροπυρήνες ή τα "επεισόδια" των παραμυθιών), συνταγμένος από τον Αμερικανό λαογράφο Stith Thompson, με τίτλο Motif Index of Folk Literature, I-VI, Κοπεγχάγη 1955-58.

Ανακεφαλαιώνουμε, ότι μοτίβα ή πυρήνες του παραμυθιού είναι τα διάφορα επεισόδια που το συνθέτουν, και που τα απαντά κανείς και στην αρχαία ελληνική μυθολογία (π.χ. φτερωτό άλογο, δρακοντοκτονία, Συμπληγάδες πέτρες κ.α.), τύπος δε του παραμυθιού είναι το ολοκληρωμένο κείμενο με την ξεχωριστή παραλλαγή του στον κάθε λαό ή τόπο (π.χ. η Σταχτοπούτα, τα Τρία κίτρα κ.α.).



Τους τίτλους των παραμυθιών του δίνει ο ίδιος ο λαός και όταν δεν τους ξέρει λέει: Το παραμύθι του τάδε παραμυθά. Όπου λείπει ο τίτλος, μπορούμε να τον δώσουμε από το περιεχόμενο ή μελετώντας τον Διεθνή Κατάλογο.

Σημείωση: Η διεθνής μελέτη του παραμυθιού σήμερα (με ευεργετικό αντίκτυπο σε καθεμιά χώρα) βρίσκεται σε ακμή φιλολογικής έρευνας και γλωσσοδομικών ή ανθρωπολογικών διαπιστώσεων που θα την χαίρονταν και οι αρχαιοκλασικές σπουδές. Η ίδρυση της «International Society for Folk Narrative Research» (1960) και τα Συνέδρια για τις Λαϊκές Διηγήσεις που γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια από το 1935 (με διακοπή τα χρόνια του πολέμου), μαζί με το ειδικό περιοδικό μελέτης του είδους, το Fabula το οποίο εκδίδεται από το 1960 στο Βερολίνο έκαναν εντονότερα τα ενδιαφέροντα και πλουσιότατη την βιβλιογραφία των σχετικών συλλογών και της έρευνας.