Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Περί του γεφυριού της Άρτας




«Ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιές, φκιάνουν και μοναστήρια, 
φκιάνουν και πετρογέφυρα για να διαβαίν’ ο κόσμος» 

Στο άρθρο που ακολουθεί, παρουσιάζεται το πιο γνωστό –ίσως– γεφύρι του ελληνικού χώρου, ο τρόπος κατασκευής του και οι θρύλοι που το περιβάλλουν. Το γεφύρι της Άρτας, εκτός από σημαντικό μνημείο νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αποτελεί και αξιόλογο τοπόσημο της περιοχής. 

Από την αρχαιότητα ακόμη, οι ανάγκες διάβασης των ποταμών, των χειμάρρων και των ρεμάτων κατέστησαν απαραίτητη την κατασκευή γεφυριών. Τα γεφύρια ήταν πέτρινα και ξύλινα. Τα πέτρινα ήταν πιο στέρεα και ανθεκτικά, ενώ τα ξύλινα ήταν προσωρινά και λιγότερο ασφαλή. Υπήρχαν και οι ξυλογέφυρες, που στηρίζονταν πάνω σε λίθινα ποδαρικά και συνέδεαν τις όχθες μεγάλων ποταμών. Η διέλευση των μεγάλων ποταμών ως τα μέσα του 20ού αιώνα, γινόταν και με ξύλινες σχεδίες, τις λεγόμενες περαταριές (σημ. 1). Τέλος, οι άνθρωποι και τα υποζύγια διέσχιζαν τα ποτάμια, περνώντας μέσα από το νερό, στο σημείο με το μικρότερο βάθος, τον «πόρο».


Η Μακεδονία και –κυρίως– η Ήπειρος, υπήρξαν σ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας φυτώριο σπουδαίων μαστόρων του βορειοελλαδικού χώρου, που έκτιζαν εκκλησίες, μοναστήρια, τζαμιά, καραβανσαράγια, χαμάμ, μπεζεστένια, αρχοντικά, βρύσες, μύλους και σπίτια. Οι τεχνίτες που ήταν ειδικευμένοι στο κτίσιμο γεφυριών ονομάζονταν Κιοπρουλήδες, από την τουρκική λέξη köprü, που σημαίνει γεφύρι. Στη χώρα μας από άκρη σε άκρη αφθονεί η πέτρα. Έτσι, παντού το παραδοσιακό κτίσμα ήταν λιθόκτιστο.



Η αρχιτεκτονική των παλιών λιθόκτιστων γεφυριών της Ηπείρου δεν διαφέρει από την αντίστοιχη των μακεδονικών, των θεσσαλικών, των θρακικών ή των πελοποννησιακών.

Κυρίαρχο στοιχείο της αρχιτεκτονικής τους ήταν το τόξο, η καμάρα. Υπάρχουν γεφύρια μονότοξα, δίτοξα ή πολύτοξα. Το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας βρίσκεται σε απόσταση ενός –περίπου– χιλιομέτρου νοτίως του ιστορικού κέντρου της σύγχρονης πόλης. Συνδέει τις δυο όχθες του Αράχθου, αρχαίου Ίναχου ποταμού, και αποτελεί συνέχεια του δρόμου, που εξασφαλίζει την επαφή της Άρτας με την εύφορη πεδιάδα της (σημ. 2) και την Πρέβεζα.

Το γεφύρι έχει μήκος 142 μέτρα και πλάτος 3,75 μ. Αρκετό τμήμα του γεφυριού και από τις δύο του άκρες έχει καλυφθεί από μεταγενέστερες επιχώσεις, που ανύψωσαν τις όχθες και συρρίκνωσαν την κοίτη του ποταμού.

Το γεφύρι αποτελείται από τέσσερις μεγάλες καμάρες και τρεις μικρότερες. Οι καμάρες έχουν διαφορετικές μεταξύ τους διαμέτρους, που του προσδίδουν μια γοητευτική ασυμμετρία. Οι καμάρες στηρίζονται πάνω σε ποδαρικά. Πάνω από τα ποδαρικά υπάρχουν μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους, που ελαφρύνουν το βάρος του γεφυριού και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, που επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλης ποσότητας νερού, σε περίπτωση υπερεκχείλισης του ποταμού. Τα ποδαρικά του γεφυριού έχουν κτιστεί με μεγάλους, κανονικούς λίθους, ενώ οι καμάρες και η υπόλοιπη ανωδομή του με μικρότερους, χωρίς παρεμβολή πλίνθων στους αρμούς. Το οδόστρωμα του γεφυριού είναι καλντεριμωτό και υπερυψώνεται πάνω από τη μεγάλη καμάρα, έτσι που κι από τις δύο πλευρές της σχηματίζονται κεκλιμένα επίπεδα. Αυτός ο τρόπος κατασκευής αποτελεί χαρακτηριστικό των παραδοσιακών γεφυριών, που έγιναν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Η τοιχοποιία όμως μερικών ποδαρικών, καθώς και κάποιων τμημάτων του γεφυριού είναι διαφορετική και ανήκει σε προγενέστερη οικοδομική του φάση. Ευερμήνευτο είναι ότι στο σημείο αυτό, όπως παρατηρεί και ο Α.Κ. Ορλάνδος, είχε επιχειρηθεί και στο παρελθόν (σημ. 3) η ζεύξη του Αράχθου. Το νεότερο γεφύρι δηλαδή θεμελιώθηκε στη θέση του παλιότερου, που παρασύρθηκε σε μια από τις συχνές υπερεκχειλίσεις του ποταμού.


Το γεφύρι της Άρτας στη σημερινή του μορφή χρονολογείται στην πρώτη 15ετία του 17ου αιώνα, μεταξύ των ετών 1602 και 1612. Ο λόγιος μητροπολίτης Άρτας Σεραφείμ Ξενόπουλος στο «Δοκίμιον» του αναφέρει ότι σύμφωνα με τον Αναγνώστη Γεροστάθη το γεφύρι κτίστηκε το 1602, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι κτίστηκε το 1606. Σε «ενθύμιση» (σημ. 4) του μητροπολίτη Άρτας Γενναδίου, που δημοσίευσε το 1929 ο Κ. Καιροφύλλας, αναγράφεται ότι το γεφύρι κτίστηκε το έτος 1612. Οι τεχνίτες προτιμούσαν την κατασκευή πολύτοξων γεφυριών, αποφεύγοντας τις καμάρες με τα μεγάλα ύψη και τα μεγάλα ανοίγματα, όπως π.χ. στο γεφύρι του Κοράκου (σημ. 5), με ύψος καμάρας 25 μ. πάνω από την επιφάνεια των νερών του Ασπροπόταμου (Αχελώου) κοντά στο χωριό Βρεσθενίτσα (σημερινές Πηγές) Άρτας.

Γεφύρι του Κοράκου

Τα πιο γνωστά πολύτοξα γεφύρια της Ηπείρου, εκτός από το γεφύρι της Άρτας, είναι το τετράτοξο του Παπαστάθη στον Άραχθο (σημ. 6), το γεφύρι του Πατριάρχη Ιωάσαφ επίσης στον Άραχθο (σημ. 7), και στη γειτονική Αλβανία, το δωδεκάτοξο γεφύρι του Αχμέτ Κουρτ Πασά (σημ. 8). Δυο γνωστά πολύτοξα μακεδονικά γεφύρια κτισμένα πάνω στο Βενέτικο, παραπόταμο του Αλιάκμονα, είναι του Σπανού (σημ. 9) και του Αζίζ Αγά ή του Ζίζαγα (σημ. 10). 
 
Γεφύρι του Σπανού

Χορηγοί που χρηματοδοτούσαν την κατασκευή πέτρινων γεφυριών ήταν κάποιοι πλούσιοι Έλληνες (σημ. 11) ή Εβραίοι (σημ. 12) κάτοικοι της περιοχής, Τούρκοι αξιωματούχοι (πασάδες (σημ. 13) ή αγάδες), άνθρωποι της Εκκλησίας (πατριάρχες, μητροπολίτες, ηγούμενοι ή καλόγεροι γειτονικών μονών, ιερείς), κλέφτες και αρματολοί, κοινότητες ενός ή περισσοτέρων χωριών, ακόμη και ληστές (σημ. 14).

Τα παλιά πέτρινα γεφύρια έπαιρναν την ονομασία τους από την τοποθεσία (θέση) που ήταν κτισμένα, το πλησιέστερο σ’ αυτά χωριό ή πόλη (της Άρτας, της Πλάκας, της Κόνιτσας), ή από το χορηγό τους (του Πατριάρχη, του Μίσιου, του Εβραίου, του Καμπέραγα, του Ζίζαγα, του Πασά, του Βαλαβάνη (σημ. 15).

Γεφύρι του Αζίζ Αγά

Το κόστος κατασκευής του γεφυριού της Άρτας κάλυψε εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με ντόπια παράδοση που κατέγραψαν ο μητροπολίτης Σεραφείμ και ο Νικόλαος Γ. Πολίτης, ο Αρτινός μπακάλης Γιάννης Θιακογιάννης, γνωστός με το παρατσούκλι Γατοφάγος. Κατά την παράδοση αυτή, ένα πειρατικό πλοίο από το Αλγέρι έφερε ένα φορτίο λαδιού στο λιμάνι της Σαλαώρας (σημ. 16) για να το πουλήσει. Μαζεύτηκαν κάτοικοι από τα γύρω χωριά, για να αγοράσουν. Ανάμεσά τους και ο Γατοφάγος, ο οποίος αγόρασε πολλές καπάσες (πιθάρια), γεμάτες με λάδι. Οι πειρατές πούλησαν στον Γιάννη Θιακογιάννη την πραμάτεια εμπόρου που είχαν ληστέψει. Τα λαδοπίθαρα όμως, εκτός από λάδι, περιείχαν και πλήθος χρυσών νομισμάτων, που τα ’χε κρύψει μέσα στο λάδι ο πραματευτής και δεν είχαν αντιληφθεί την ύπαρξή τους οι πειρατές. Έτσι ο Γατοφάγος πλούτισε με τρόπο θαυμαστό, όπως οι ήρωες των παραμυθιών, αποκτώντας έναν μεγάλο και μυστηριώδη θησαυρό, τον οποίο διέθεσε για την κατασκευή του γεφυριού της Άρτας.

Οι καταρρεύσεις γεφυριών κατά τη διάρκεια του κτισίματος οφείλονται –συνήθως– στην κακή θεμελίωσή τους, όπως στο γεφύρι της Άρτας, που έπρεπε να θεμελιωθεί στο ακατάλληλο, χαλαρό, έδαφος του κάμπου. Για να στεριώσει το πολύτοξο γεφύρι της Άρτας, θάφτηκε ζωντανή η όμορφη γυναίκα του πρωτομάστορα (σημ. 17). Σύμφωνα με την ερμηνεία του Ν.Γ. Πολίτη η ψυχή του θύματος αποκτούσε υπερφυσικές δυνάμεις και γινότανε το στοιχειό-φύλακας του γεφυριού, που το προφύλασσε από κάθε κίνδυνο. Ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας εμφανίζεται και σε τρία μακεδονικά γεφύρια: στο γεφύρι της Μόρνας Πιερίας, στο γεφύρι της Σμίξης και στο γεφύρι του Πασά. Κατά τους Ν.Γ. Πολίτη και Γ.Α. Μέγα, το στοίχειωμα ανθρώπου κατά τη θεμελίωση γεφυριού ή άλλου κτηρίου είναι αρχαιοελληνικό και βυζαντινό έθιμο, διαδεδομένο και στις πέντε ηπείρους από την προϊστορική ακόμη περίοδο, και προέρχεται από πραγματικά γεγονότα, όπως προκύπτει από ανασκαφικά ευρήματα. «Στοιχείωση» ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τη θεμελίωση σημαντικών οικοδομημάτων, όπως κάστρων, υδραγωγείων, ναών, κρηνών, γεφυριών, χωριών ή και πόλεων ακόμη με ανθρωποθυσία.


Για τη θεμελίωση του Βυζαντίου, μετέπειτα Κωνσταντινούπολης, θυσιάστηκε η σύζυγος του μυθικού ιδρυτή του Βύζαντα, η Φιδάλεια. Οι «Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί», ένα βυζαντινό κείμενο του 8ου αιώνα, μας πληροφορεί ότι το αρχαίο άγαλμα της Φιδάλειας προστάτευε, κατά παλαιότατη παράδοση, τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Για κάποιο λόγο το άγαλμα μετακινήθηκε και τότε το έδαφος άρχισε να τρέμει. Ο αυτοκράτορας διέταξε να γίνει λιτανεία και ο σεισμός σταμάτησε με τις προσευχές του Αγίου Σάββα (449-532).

333 παραλλαγές του τραγουδιού της Άρτας έχουν καταγραφεί στον ελληνικό χώρο. Οι δοξασίες αυτές όμως ήταν ευρύτατα διαδεδομένες και σε άλλους μεσαιωνικούς λαούς της νοτιοανατολικής –κυρίως– Ευρώπης, σε Ούγγρους, Σέρβους, Ρουμάνους, Βούλγαρους, Αλβανούς και Βλάχους. Οι Σέρβοι στα θεμέλια του κάστρου Σκούταρι έθαψαν, κατ’ απαίτηση της νεράιδας Wila, τα δυο συνονόματα παιδιά Στόγιαν και Στογιάνα. Στα θεμέλια της Μητρόπολης του Στρασβούργου δύο αδέλφια ενταφιάστηκαν ζωντανά.

Στη Ρωσία, σε ανασκαφή ενός χωμάτινου πύργου 6ου-7ου αιώνα, δυτικά της Βαϊκάλης, βρέθηκε στη βάση του ο σκελετός μιας γυναίκας. Η στάση του σκελετού δεν ήταν φυσική. Η νεκρή βρέθηκε με τα χέρια υψωμένα προς το πρόσωπο και με τα δάχτυλα λυγισμένα, σαν να είχε ξεσχίσει με τα νύχια το πρόσωπό της. Οι ανασκαφείς θεώρησαν ότι η γυναίκα θάφτηκε ζωντανή στα θεμέλια του πύργου.

Για να στεριώσει το μονότοξο γεφύρι του Κοράκου (1515), κοντά στη Βρεσθενίτσα Άρτας, πάνω στον Ασπροπόταμο (Αχελώο), θυσιάστηκαν «χίλιες γίδες σιούτες» (χωρίς κέρατα). Κατά μιαν άλλη εκδοχή, ο ποταμός (σημ. 18) δαμάζεται με την κατασκευή του γεφυριού και για να υποταχθεί πλήρως, απαιτεί, ως αντιστάθμισμα της υποταγής του, θυσία «ευγενικών ζώων» ή ανθρώπου.

Οι παραδόσεις περί ανθρωποθυσιών είναι συχνότερες σε πέτρινα γεφύρια με μεγάλο μήκος, που συνδέουν όχθες ποταμών με πεδιάδες κι έπρεπε να θεμελιωθούν σε αμμώδες ή προσχωσιγενές έδαφος. Οι δυσκολίες ήταν λιγότερες στη θεμελίωση μικρών πέτρινων γεφυριών σε ορεινά ρέματα με βραχώδη πρανή. Τα παλιά πέτρινα γεφύρια κτίζονταν πάντοτε πάνω σε χερσαίους δρόμους, μεγάλους ή μικρούς, εντός ή εκτός των οικισμών. Πηγές για τις γνώσεις μας αποτελούν τα ίδια τα κτίσματα –ιδιαίτερα τα χρονολογημένα–, τα παλιά συμφωνητικά, τα αρχεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις, οι παραδόσεις και οι θρύλοι που τα συνοδεύουν, καθώς και η λαϊκή οικοδομική ορολογία.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κοινωφελή έργα, όπως τα γεφύρια, χρηματοδοτούνται από κοινότητες (σημ. 19) ή πλούσιους κατοίκους της περιοχής. Σε πολλές περιπτώσεις τα έργα αυτά γίνονταν με αγγαρείες.


Στη βόρεια όχθη του Αράχθου, δίπλα στο γεφύρι της Άρτας σώζεται μέχρι σήμερα το μεγάλο πλατάνι του Αλή Πασά. Στη σκιά αυτού του δένδρου καθόταν ο Αλή Πασάς και παρατηρούσε να κρέμονται από τα κλαδιά του τα άψυχα κορμιά όσων είχε καταδικάσει στον «δι’ αγχόνης» θάνατο. Δίπλα στο γεφύρι (σημ. 20) υπάρχει επίσης ένα κομψό νεοκλασικό κτήριο του 1864, έργο Αυστριακού αρχιτέκτονα, που υπήρξε μεθοριακός σταθμός (Τελωνείο) (σημ. 21) των Τούρκων. Σήμερα το κτίριο αυτό είναι το Λαογραφικό Μουσείο της πόλης.

Έλληνες λόγιοι του 19ου αιώνα, που ασχολήθηκαν με την περιοχή της Ηπείρου (σημ. 22), όπως ο Αθανάσιος Σταγειρίτης, ο Παναγιώτης Αραβαντινός και ο Ιωάννης Λαμπρίδης, αναφέρονται στο γεφύρι της Άρτας. Ευρωπαίοι ταξιδιώτες, επίσης του 19ου αιώνα, που επισκέφθηκαν την Ήπειρο καταγράφουν στα περιηγητικά τους κείμενα τις εντυπώσεις τους από το γεφύρι της Άρτας. Ενδεικτικά αναφέρω τον Άγγλο λοχαγό William Martin Leake, τον ελληνομαθή γιατρό και πρόξενο της Γαλλίας F.C.H.L. Pouquevill), τον Άγγλο γιατρό Henry Holland, τον κλασικό φιλόλογο T. Smart Hughes και τον William Turner.

Τα παλιά λιθόκτιστα γεφύρια, κατασκευασμένα με ντόπια υλικά, εναρμονίζονται με το φυσικό τοπίο που τα περιβάλλει. Τα ’χτιζαν ντόπιοι ή πλανόδιοι οικοδόμοι, οργανωμένοι σε μπουλούκια. Ταξίδια μακράς διάρκειας επιχειρούσαν –κυρίως– οι Ηπειρώτες χτίστες (Κουδαραίοι) (σημ. 23), στην Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Περσία.

Κουδαραίοι (Ηπειρώτες κτίστες)

Αυτοί οι πλανόδιοι (σημ. 24) λαϊκοί χτίστες αφομοίωσαν δημιουργικά στην οικοδομική τους τέχνη το «οθνείον και το ιθαγενές» στοιχείο, ακολουθώντας το πρότυπο με παραλλαγές, στο πλαίσιο μιας παράδοσης αποδεκτής από ολόκληρη την κοινωνία της εποχής

Τα έργα τους, χειροποίητα πέτρινα γεφύρια, όπως αυτό της Άρτας, καλοκτισμένα και στέρεα, διασώζουν τη μνήμη μιας άλλης εποχής, προστατευμένα από τις υπερφυσικές δυνάμεις των «στοιχειών» τους, που τα προφυλάσσουν από υπερεκχειλίσεις ποταμών (σημ. 25) και κινδύνους κατάρρευσης. 

Από την μελέτη της αρχαιολόγου Αφέντρας Γ. Μουτζάλη.



ΓΛΩΣΣΑΡΙ

αγάς (ο) τουρκ. ağa: τοπάρχης, διοικητικός αξιωματούχος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

καλντερίμι (το): τουρκ. kaldirim: λιθόστρωτος δρόμος, λιθόστρωτο οδόστρωμα. Ίσως πρόκειται για γλωσσικό αντιδάνειο, προερχόμενο από το μεσαιωνικό καλόδρομος. 

καπάσα (η): το πιθάρι. 

κιοπρουλήδες (οι): λαϊκοί τεχνίτες ειδικευμένοι στην κατασκευή πέτρινων παραδοσιακών γεφυριών. Από την τουρκική λέξη köprü, που σημαίνει γεφύρι. 

Κούδαρης είναι ο μάστορας και κούδας είναι ο χτίστης, στη μυστική γλώσσα των Κουδαραίων, Μακεδόνων και Ηπειρωτών μαστόρων, τα Κουδαρίτκα ή μαστόρκα.

Κουρμπάνι (το): Προέρχεται από το μεσαιωνικό τουρκ. Kurbân, που σημαίνει σφάγιον θυσίας σε μουσουλμανική γιορτή. Σφαχτό σε γάμο ή πανηγύρι ή πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο της θεμελίωσης νεόδμητου κτίσματος. Φρ. Σφάζουν κουρμπάνι κόκορα, ή πρόβατο ή βόδι.

πασάς (ο): τουρκ. paşa: τίτλος αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που διοικεί ένα πασαλίκι (τουρκ. pasalik).

περαταριά (η): ξύλινη σχεδία με την οποία περνούσαν από τη μια στην άλλη όχθη μεγάλων ποταμών άνθρωποι και υποζύγια. Οδηγός της σχεδίας ήταν ο περαματάρης.

ποδαρικό (το): αρχ. πους, μεσν. ποδάριν. Κάτω μέρος σε κατακόρυφα στοιχεία (ορθοστάτες, στύλους, γεφύρια, παρειές σκαμμάτων).

πόρος (ο): πέρασμα μέσα από το νερό του ποταμού, στο σημείο με το μικρότερο βάθος. σιούτα (γίδα): χωρίς κέρατα. στοιχείωση ονόμαζαν οι Βυζαντινοί τη θεμελίωση οικοδομημάτων (κάστρων, υδραγωγείων, κρηνών, ναών, σπιτιών, χωριών ή και πόλεων ακόμη) με θυσία «ευγενικών ζώων» ή ανθρώπου.

υπερεκχειλιστές (οι): μικρά τοξωτά ανοίγματα στους τοίχους παλιών λιθόκτιστων γεφυριών, που ελαφρύνουν το βάρος τους και λειτουργούν ως ανακουφιστικές οπές, οι οποίες επιτρέπουν τη διέλευση από μέσα τους μεγάλων ποσοτήτων νερού σε περίπτωση πλημμύρας του ποταμού. 



ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 


Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΟΣ ΝΑΟΥΣΗΣ - 1822



Τον Φεβρουάριο του 1822, η Νάουσα και η ευρύτερη περιοχή βρίσκονται στο επίκεντρο μιας μεγάλης εξέγερσης στα πλαίσια της Ελληνικής Επαναστάσεως,η οποία ήδη είχε ξεσπάσει και σ' άλλες περιοχές. Μετά από μια ολόκληρη σειρά πολεμικών επιχειρήσεων των Ναουσαίων, με αρχηγούς τους Ζαφειράκη Θεοδοσίου και Τάσο Καρατάσιο, που είχαν στόχο την δημιουργία ελεύθερου επαναστατικού καθεστώτος στην περιοχή, η πόλη η ίδια πολιορκείται από τα στρατεύματα του Διοικητή της Θεσσαλονίκης Εμπού Λουμπούτ και πέφτει τελικά μπροστά στις πολυπληθέστερες δυνάμεις του εχθρού στις 22 Απριλίου, την Κυριακή του Θωμά, του ίδιου έτους.

Λεηλασίες, σφαγές και εξανδραποδισμοί του πληθυσμού, αλλά και απερίγραπτες σκηνές αυτοθυσίας και ηρωισμού από πλευράς Ναουσαίων, ακολούθησαν την πτώση αυτή. Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ΄ αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους «Στουμπάνους», παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Η πόλη καταστράφηκε και τα προνόμιά της αναιρέθηκαν. Όμως η Νάουσα, δεν σβήστηκε, δεν πέθανε. Αναγεννήθηκε από την τέφρα της και μεγαλούργησε. Έξ ού και το σύμβολο του αγώνα, η σημαία με τον Φοίνικα να αναγεννάται από την τέφρα, με τη φράση «ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ».


Η πόλη της Νάουσας, σύμφωνα με βασιλικό διάταγμα του 1955, έχει τον τίτλο «ηρωική». Στο σημείο της θυσίας των γυναικών, στην περιοχή Στουμπάνοι δίπλα στο ποτάμι της Αράπιτσας, υπάρχει το χαρακτηριστικό μνημείο, με το άγαλμα της Ναουσαίας με τα παιδιά στην αγκαλιά της. Στον χώρο του μνημείου υπάρχει επιγραφή, η οποία αναφέρει: «Διαβάτη, στάσου με ευλάβεια στη μνήμη των νεκρών. Μέσα στο βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά σου, βρήκαν ένδοξο και ηρωικό θάνατο οι γυναίκες και τα παιδιά της Νάουσας, για την ελευθερία και την ανεξαρτησία του Ελληνικού έθνους, στις 22 Απριλίου 1822»
 

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ «ΕΠΕΤΕΙΟΥ» 
  Η ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΗ ΝΑΟΥΣΑ

Συγκεκριμένα, στις 19 Φεβρουαρίου 1822, ο Καρατάσος και ο Γάτσος με τα σώματά τους μπήκαν στην πόλη της Ναούσης, όπου συνάλαβαν και θανάτωσαν τον Διοικητή και τους λίγους Τούρκους στρατιώτες της φρουράς του. Η ανταρσία ήταν πλέον γεγονός. Ακολούθησε και η επίσημη κήρυξη της Επαναστάσεως στον ναό του Αγ. Δημητρίου, όπου πρόκριτοι, ένοπλοι και λαός συγκεντρώθηκαν αμέσως με πολύ ενθουσιασμό. Εκεί, εκφωνήθηκε πύρινος επαναστατικός λόγος από τον Ζαφειράκη, και αμέσως υψώθηκε η σημαία της Επαναστάσεως. Ακολούθησε η αναγόρευση των αρχηγών. Πολιτικός αρχηγός του κινήματος αναγορεύτηκε ο Ζαφειράκης και στρατιωτικός ο Γέρο Καρατάσος, ο οποίος διήρεσε αμέσως τους 5000 περίπου άντρες του σε τρία σώματα. Την διοίκηση του πρώτου ανέλαβε ο ίδιος, προσωπικώς, με υπαρχηγό τον δευτερότοκο γιό του Τσάμη, του δευτέρου την ανέθεσε στον Αγγ.Γάτσο και του τρίτου στον πρωτότοκο γιό του Γιαννάκη. Ο τελευταίος ορίστηκε συγχρόνως και και φρούραρχος της Ναούσης. Ο ολιγάριθμος αλλά αξιόμαχος αυτός στρατός στα χέρια γενναίων και εμπειροπόλεμων αρχηγών ήταν ικανός να αντιπαραταχθεί σε διπλάσιο και τριπλάσιο ακόμη αριθμό εχθρών, πράγμα που αποδείχθηκε στις συγκρούσεις των επόμενωνν ημερών. 

Το γεγονός της κηρύξεως της Επαναστάσεως στην Νάουσα η λαϊκή μούσα το τραγούδησε ως εξής:

«Τρία πουλάκια κάθουνταν στης Νάουσας το Κάστρο
 τ' ώνα τηράει τά Βοδενά, τ' άλλο τηράει τη Βέροια
 τό τρίτο τό καλύτερο, μοιριολογάει καί λέει.
 Πούναι τά πλούσια τά χωριά, πουν' τά Βασιλικά μας
 μας τ' άκαψε ο Μπραϊμ Πασάς ο τρισκαταραμένος.
 Κλαίν' η γυναίκες, τά παιδιά κλαίν κι' η νυφούλες
 κλαίν' γιά τά παλικάρια μας γιά τούς καπετανέους.
 Μήν κλαις κυρά αρχόντισσα, καί σύ καλή νυφούλα
 προχθές επήρα μήνυμα από τόν Καρατάσσο
 ότι βαρούσε τήν Τουρκιά αυτός κι ο Ζαφειράκης
 κι' ο Γάτσος ο λεοντόκαρδος στης Νάουσας τά μέρη
 τρομπέτες εβαρέσανε νά μαζωχθή τ' ασκέρι
 τρεις χιλιάδες μάζωξαν οι δυό Καπετανέοι
 κι' εκίνησαν κ' οι τρεις μαζύ τόν πόλεμο ν' αρχίσουν».


ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ & ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ 

Στις 30 Μαρτίου 1822 ο Εμπού Λουμπούτ με 15000 άνδρες, ιππικό και 12 πυροβόλα, συνοδευόμενος και από σμήνη Αθιγγάνων και Εβραίων, εξεστράτευσε αυτοπροσώπως εναντίον της Ναούσης. Προτού, όμως, αρχίσει την πολιορκία της Ναούσης, ζήτησε, με αποσταλμένο του τον Ισούφ μπέη, από τους αρχηγούς των επαναστατών να καταθέσουν τα όπλα και τους υποσχέθηκε αμνηστεία, πλούτο και δόξα. Και έλεγε ότι προβαίνει σ' αυτές τις παραχωρήσεις, αν και είναι οργισμένος για την επίθεση της Βέροιας και την μάχη της Δοβράς επειδή δεν ήθελε να μεταβάλει τη πόλη, την αφιερωμένη στην μητέρα του Σουλτάνου, τον «κήπο της βασιλόμητορος» όπως την αποκαλούσε, σε ερείπια. Οι αγέρωχοι, όμως, υπερασπιστές της Ναούσης έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά στις δελεαστικές προτάσεις και απειλές.

Χαρακτηριστική είναι η συνάντηση του Τούρκου απεσταλμένου με τον Γέρο Καρατάσο στις όχθες του Κουτίχα, όπου ο τελευταίος είχε το στρατόπεδο του. Ιδού πως την περιγράφει ο Στουγιαννάκης: «Μετά δυο ώρας ήλθε ο έμπιστος του στρατάρχου Ισούφ Βέης, ον υπεδέχθη ο Καρατάσιος φιλοφρονέστατα. Ο Ισούφ μετά τάς τυπικάς φιλοφρονήσεις εδήλωσεν εις τον Καρατάσιον τον σκοπόν της ελεύσεως του κατ' εντολήν του Στρατάρχου. Ο Καρατάσιος απήντησε λοσα προηγουμένως μετά του Ζαφειράκη είχον συμφωνήσει. Εκείνος δεν απεθερρύνθη, αλλ' απεπειράθη δια κολακειών και υπόσχέσεων πλούτου και δόξης εις τον πενήντα Έλληνα στρατιώτην να πείση αυτόν να παραιτηθή της επαναστάσεως και να υπηρετήση τον Σουλτάνο. Ο Καρατάσιος απορρίψας ατάραχως τας δελεαστικάς προτάσεις διέταξε δέκα καλά παλληκάρια να συνοδεύσωσιν ασφαλώς τον Ισούφ Βέην πορευόμενος ήδη προς τον άρχοντα της Ναούσης.Χαιρετίσας δε ευγενώς κατά το σύστημα των Τούρκων εξαγωγών τεμάχιον άρτου και μειδιών εκάλεσαν αυτόν με το μπούγιουρουν να γευματίσωσι και απαθώς ήρξατο να καταβροχθίζη αυτό ενώπιον του. Ο Πρεσβευτής εν προφανεί εξάρτησει εθεώρει τον αρχηγόν αρκούμενον εις τεμάχιον μόνον ξηρού και μέλανος άρτου. Μετ' όλιγον δε χαιρετίσας εκ δευτέρου και τρίτου, ίππευσε και διευθύνθη προς Νάουσαν μετά των ακολούθων του συνοδευόμενος υπό των δέκα παλληκαριών του Καρατάσιου». 

Στην Νάουσα τον υπεδέχθηκε ο Γιαννάκης Καρατάσος, τον οποίο είχε διορίσει ο πατέρας του φρούραρχο της πόλεως με άμεση εξάρτηση από τον πολιτικό ηγέτη Ζαφειράκη. Ο Γιαννάκης οδήγησε τον Ισούφ μπέη στο Διοικητήριο και τον περιποιήθηκε. Μόλις όμως έμαθε ότι σκοπός του ερχομού του ήταν η πρόταση για την παράδοση της πόλεως, του είπε ότι δεν είναι αρμοδιος για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα και ότι μπορεί να κάμη την πρόταση του στον άρχοντα Ζαφειράκη, τον οποίο περιμένει από στιγμή σε στιγμή. Όταν δε ήλθε ο Ζαφειράκης, αρνήθηκε κι αυτός να υποκύψη στην θέληση του Τούρκου στρατάρχου κι έτσι ο Ισούφ μπέης γύρισε άπρακτος στον αφέντη του. 

Με την απόρριψη των προτάσεων φάνηκε πλέον καθαρά ότι οι επαναστάτες ήσαν αποφασισμένοι να αγωνισθούν. Γι'αυτό και ο Εμπού Λουμπούτ δεν εβράδυνε περισσσότερο και άρχισε αμέσως τις επιθέσεις εναντίον των οχυρωμένων γύρω από την Νάουσα Ελλήνων. Η πρώτη επίθεση έγινε στο πέρασμα του ποταμού Κουτίχα. Την θέση αυτή, όπως και την Παλιοκαλιά, την επιτηρούσε ο Γέρο Καρατάσος με τον γιό του Ζαφειράκη Φίλιππο. Οι επιθέσεις της πρώτης καιι της δεύτερης ημέρας συντρίφτηκαν εδώ και οι Τούρκοι στράφηκαν προς άλλη κατεύθυνση, αφού άφησαν ένα τμήμα του στρατού για αντιπερισπασμό. Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, ο οποίος ανέλαβε εν τω μεταξύ την επίθεση προχώρησε προς την Πλακένια Δραγασιά και το κοίλωμα του Ντότση Λάκκου, όπου φύλαγε ο Τσάμης Καρατάσος με δύο από τους αδελφούς Σιουγκαραίους και κατόρθωσε να αναχαιτήσει τους Τούρκους, ύστερα από σκληρό κλεφτοπόλεμο πίσω από βράχους και κορμούς δένδρων. Ένα σώμα όμως, το οποίο αποσπάσθηκε από τον κεχαγιά μπέη, παρέκαμψε την Γάστρα και κατόρθωσε, πολεμώντας αδιάκοπα, να φθάση στα Ισβόρια. Ένα άλλο κατευθύνθηκε προς την Καραγίδα, αλλά κι αυτό αποκρούσθηκε από τους αδελφούς Σιουγκαραίους. 

Το απόγευμα όλα τα τουρκικά σώματα με σοβαρές απώλειες αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν κοντά στον κεχαγιά μπέη. Κατά την δεύτερη αυτή ημέρα των μαχών δικρίθηκε κυρίως ο Τσάμης Καρατάσος, τόσο για την προσωπική του ανδρεία , όσο και για την μεθοδικότητα της διευθύνσεως του αγώνος. Ακολούθησε τριήμερη διακοπή του αγώνος.[....] 

Η δεύτερη επίθεση άρχισε από τέσσερα σημεία συγχρόνως. Αντικειμενικός σκοπός των Τούρκων ήταν να διασπάσουν και να διασκορπίσουν τους έξω από την πόλη επαναστάτες.Ο Μουσταφάς μπέης ο Μελενοίκιος με ισχυρό σώμα πεζικού διατάχθηκε να παρακάμψει την Ρουντίνα, να καταλάβει την θέση Κουκουλίου και Αχυρώνων, να εκδιώξει από εκεί τον Αγγ.Γάτσο και μετά να κατευθύνθεί προς την πόλη και μάλιστα στον βορειοδυτικό της βρισκόμενο Αγ.Αθανάσιο. Ο κεχαγιάς μπέης Μεχμέτ αγάς, αφού πάρει μαζί του και τα τηλεβόλα, να καταλάβει την Γάστρα, να εκδιώξει τους φρουρούς του Γυμνόβου και της Πλακέντια Δραγασιάς και από τους δρόμους αυτούς να προωθηθεί μέχρι τις πύλες του Αγίου Γεωργίου και του Κιοσκιού, ενώ το πυροβολικό θα βομβαρδίσει την πόλη από το ύψωμα της Γάστρας. Ο Ταχήρ μπέης με ισχυρό σώμα πεζικού να περάσει από το Μεσοδένδρι, ανατολικά των Ισβορίων, ή από την Κάτω Σμίξη και δια του Γαλατσιάνου να προχωρήσει και να καταλάβει τις γύρω από τον Μοναχό Πλάτανο θέσεις, οι οποίες εδέσποζαν στις πύλες του Κιοσκιού και της Γέφυρας. Τέλος ο Εμπού Λουμπούτ ανέλαβε αυτοπροσώπως την επίθεση εναντίον της παρατάξεως του Γέρο Καρατάσου στον Κουτίχα και την Παλιοκαλιά, όπου και το στρατηγείο των επαναστατών. 

Όλες αυτές οι επιθέσεις, οι οποίες είχαν καλά μελετηθεί και σχεδιασθεί κατά την διάρκεια του πολεμικού συμβουλίου τις προηγούμενες ημέρες, κατά την εφαρμογή τους δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.[...]Όσο για τον Εμπού Λουμπούτ κι αυτός δεν στάθηκε τυχερότερος από τους άλλους. Η αναμέτρηση του με τον Γέρο Καρατάσο ήταν άγρια και αιματηρή. Μετά δε, από αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες απέκρουσαν με ηρωϊσμό απαράμιλλο οι αμυνόμενοι Έλληνες, με σημαντικές απώλειες και πληγωμένη την φιλοτιμία του εγκατέλειψε τον αγώνα. Την τρίτη επίθεση την άρχισε, αφού ενίσχυσε το πυροβολικό του. Και πάλι η επιχείρηση έγινε από τέσσερα σημεία, ενώ οι θέσεις των επαναστατών δέχονταν σφοδρό βομβαρδισμό.Ο Γερό Καρατάσος κατά το διάστημα αυτό έκαμε μία έφοδο από το μοναστήρι του Αγ.Θεολόγου και άλλη μία ο Γιαννάκης Καρατάσος από τα Αλώνια. Δεν πέτυχαν όμως κανένα σοβαρό αποτέλεσμα, εκτός από μια μικρή ανακούφιση που προσέφεραν στους πολιορκημένους. Η τύχη της Νάουσας είχε πλέον κριθεί .Ούτε η αποφασιστικότης ούτε ο ηρωϊσμός, ούτε η πολεμική εμπειρία και η ικανότητα των επαναστατών μπορούσαν να αποτρέψουν το μοιραίο.Ο Εμπού Λουμπούτ, ενισχυμένος πραγματοποιεί εισβολή στην πόλη ύστερα από αλλεπάλληλες εφόδους και παρά την ηρωική αντίσταση της, θα υποκύψει τελικά στην δύναμη των 12.000 ανδρών του πασά στις 22 Απριλίου 1822, Κυριακή του Θωμά. Ακολουθεί η καταστροφή της πόλης, λεηλασίες, εμπρησμοί, σφαγές και διωγμοί του πληθυσμού. 

«Πέτρα στην πέτρα να μη μείνει και ούτε φωνή αλέκτορος να μην ακουστεί». Αυτή ήταν η σκληρή εντολή του Σουλτάνου, που με απίστευτη μανία και απερίγραπτες θηριωδίες εκτέλεσε ο στρατός του, και έμεινε στην ιστορία ως το Ολοκαύτωμα της Νάουσας.

Η περιγραφή του Ευστάθιου Στουγιαννάκη είναι χαρακτηριστική : «Στην Νάουσα, ακολούθησαν σκηνές φρίκης και τρόμου, τις οποίες αδυνατούμε να περιγράψουμε για το μέγεθος και τον πόνο ψυχής που προκαλούν. Ο στρατάρχης και ο Κεχαγιάς μπέης, περιήλθαν τα διάφορα μέρη όπου συνέβησαν οι συγκρούσεις και όταν αντελήφθησαν την μεγάλη φθορά του στρατού τους, εξοργίστηκαν και διέταξαν την τακτική σφαγή στο Κιόσκι όλων των ανδρών από 15 μέχρι 65 ετών. Η αποτρόπαιος διαταγή του αιμοβόρου στρατάρχη εκτελέστηκε πιστά. Σε 1.241 ανέρχονται αυτοί που καρατομήθηκαν τότε, στην Νάουσα. Αυτοί που οδηγούνταν στον θάνατο, τους ρωτούσαν πρώτα το όνομα, την ηλικία και το επάγγελμα, και αν έχουν ή γνωρίζουν κάπου για κρυμμένα χρήματα ή πράγματα, και τέλος αν αποδέχονται τον ισλαμισμό. Με την άρνησή τους, παραδίδονταν αμέσως στους δήμιους, οι οποίοι τους απογύμνωναν και τους αποκεφάλιζαν ενώπιον του στρατάρχη που απολάμβανε το θέαμα. Αποκεφαλίστηκαν ένας-ένας. Κι όπως λέει η παράδοση, ο Τούρκος δήμιος δεν θα σταματούμε, εάν ένας εκ των αποκεφαλισθέντων, Νικόλαος Κοκοβίτης, ράφτης στο επάγγελμα, δεν περπατούσε μερικά βήματα ακέφαλος. Αρκετές γυναίκες προτιμούν να σκοτωθούν πέφτοντας με τα παιδιά τους στ' αφρισμένα νερά του καταρράκτη της Αράπιτσας στους "Στουμπάνους" για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων». 


Η ΘΥΣΙΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΑΠΙΤΣΑ 

Ένα μεγάλο μέρος από νεαρές γυναίκες και κορίτσια της Ναούσης, είχαν συγκεντρωθεί κοντά στη γέφυρα της Αράπιτσας, στην τοποθεσία «Στουμπάνους» όπως είναι γνωστή στην Νάουσα, και με απόγνωση προσπαθούσαν να βρουν τρόπο διαφυγής, μα έγιναν δυστυχώς αντιληπτές απ’ τους τούρκους και κυκλώθηκαν στον ομώνυμο καταρράχτη. Στο μέρος αυτό, εγράφη μια σελίδα επική, άξια των ηρωικών τέκνων της Ναούσης και από τις σπάνιες στην ιστορία των ελευθέρων λαών. Αντί της ατιμώσεως και του εξισλαμισμού οι μητέρες και οι αδελφές των πολεμιστών, προτίμησαν τον τραγικό μεν αλλά ενδοξότερο και ηρωικότερο θάνατο. Μη επιθυμούσαι ν' αφήσουν τα μικρά τους παιδιά στα χέρια των κατακτητών για να μεταβληθούν σε λίγα χρόνια σε χριστιανομάχους γενιτσάρους, κατεκρημνίσθησαν στ’ απότομο και βαθύτατο βάραθρο του καταρράκτη και σκοτώθηκαν όλες, κληροδότησαν όμως με τον τραγικώς μεγαλειώδη και ομαδικό αυτό θάνατο, αθάνατη δόξα στην πατρίδα τους και τον θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του Ελληνικού Έθνους. Ο ιστορικός ερευνητής στο φωτεινό αυτό παράδειγμα της μεγάλης πατριωτικής αρετής και του ψυχικού μεγαλείου των γυναικών της Ναούσης, στέκεται με κατάνυξη και γονατίζει με ευλάβεια μπροστά στην δραματική αυτή αυτοθυσία. Καμμιά δεν λιποψύχησε, καμμιά δεν έδειξε δειλία. Φάνηκαν όλες αντάξιες γυναίκες και αδελφές των άλλων ηρώων της μαρτυρικής αυτής πόλεως, και στέκονται δίπλα στην ίδια βαθμίδα μαζί με τις Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου και η μνήμη τους θα δοξάζεται ενόσω στον κόσμο αυτόν θα λατρεύωνται οι αιώνιες αρετές μιας γενιάς πλούσιας σε ψυχικές και πατριωτικές εκδηλώσεις. Έκλεισαν μέσα τους την τιμή και την δόξα του Ελληνικού έθνους. 


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ 

  
Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης(1773-1822)

Στην εξέγερση της περιοχής το 1806 φυλακίστηκε από τον Αλή πασά, αλλά αποφυλακίστηκε και παρέμεινε στην αυλή του Αλή. Στην συνέχεια μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και επέστρεψε στην Νάουσα. Ο Ζαφειράκης ήταν ο πολιτικός αρχηγός κατά την κρίσιμη περίοδο της επανάστασης της Νάουσας το 1822, μαζί με τον Καρατάσιο και τον Γάτσο. Με την έναρξη της επαναστάσεως ο γιος του, που ήταν όμηρος στα Γιάννενα, δολοφονήθηκε από τον Χουρσίτ πασά. Μετά την καταστολή της εξεγέρσεως από τα στρατεύματα των Τούρκων ο Ζαφειράκης διέφυγε στα βουνά της περιοχής συνεχίζοντας τον αγώνα. Σκοτώθηκε μαζί με άλλους 25 πιστούς συντρόφους του από τους Τούρκους, ενώ η γυναίκα του θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια, και άλλος ένας γιος του δολοφονήθηκε από τον Εμπού Λουμπούτ πασά της Θεσσαλονίκης, όπου είχε κρατηθεί ως όμηρος. Η τραγική ιστορία της οικογένειας Ζαφειράκη είναι μια τυπική περίπτωση του ηρωικού αγώνα των Ελλήνων οπλαρχηγών και προκρίτων στην περίοδο του 1821. 

Τάσος Καρατάσιος (1764-1830)

Αγωνιστής του 1821, γεννημένος στην Δοβρά Βέροιας. Εντάχθηκε στην ομάδα του καπετάν Ρομφέη αρχικά και αργότερα αγωνίστηκε στη Σερβία κοντά στον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον Νικοτσάρα και στην περιοχή του Αιγαίου με τον Σταθά. Το 1818 μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και μαζί με τον Ζαφειράκη και τον Γάτσο σχημάτισαν την αρχηγία της Επανάστασης του 1821 στην περιοχή της Μακεδονίας. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Νάουσα, ο Τάσος Καρατάσιος βρισκόταν επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων. Στην διάρκεια της εξέγερσης και της πολιορκίας της Νάουσας επέδειξε χαρακτηριστικό θάρρος, αλλά και ευστροφία στην διαχείριση της εξέγερσης. Μετά την καταστροφή της Νάουσας από τον Εμπού Λουμπούτ πασά τον Απρίλιο του 1822 ο Καρατάσιος σχημάτισε ένοπλο σώμα με τους γιούς του και τον Γάτσο και συνέχισε τον αγώνα στη νότια Ελλάδα, πολεμώντας σε πολλές περιοχές της επαναστατημένης Ελλάδος. Χαρακτηριστικό του κατόρθωμα, η νίκη του επί του Ιμπραήμ στον Σχοινόλακκα, που ήταν και η πρώτη των Ελλήνων επί του Ιμπραήμ. Η γυναίκα του μαρτύρησε στην Θεσσαλονίκη αφού βασανίστηκε φριχτά από τους Τούρκους (μέσα σε ένα τσουβάλι με φίδια) το 1822. Ο Τάσος Καρατάσιος πέθανε στη Ναύπακτο. 

Αγγελής Γάτσος (1756-1843)

Μακεδόνας οπλαρχηγός, καταγόμενος από την Έδεσσα. Εγινε αρματωλός στην περιοχή του Ολύμπου, αλλά από τα τέλη ακόμη του 18ου αιώνα ήρθε σε σύγκρουση με τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος επεδίωξε συστηματικά την εξόντωση του. Η εξέγερση της Χαλκιδικής το 1821 οδήγησε τους Τούρκους στην απόφαση να συλλάβουν ομήρους από την Νάουσα και τα Βοδενά. Η περιοχή τότε εξεγέρθηκε με επικεφαλής τους Καρατάσιους, τον Γάτσο και τον Ζαφειράκη, με αποτέλεσμα όμως την καταστολή της εξεγέρσεως και την λεηλασία της Νάουσας το 1822. Η οικογένεια του Γάτσου, η γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του αιχμαλωτίστηκαν, ενώ ο ίδιος διέφυγε στην Δυτική Στερεά, συνεχίζοντας τον αγώνα. Πήρε μέρος στην μάχη του Πέτα, στην καταστροφή του Δράμαλη και σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο, κοντά στον Κολοκοτρώνη και τον Ανδρούτσο. Το 1826 έφτασε στην Εύβοια όπου συγκρότησε δικό του σώμα και προσπάθησε να καταλάβει την Αταλάντη και αργότερα το Τρίκερι στη Μαγνησία. Πέθανε στην Αταλάντη φτωχός και ξεχασμένος, σε ηλικία 87 ετών. 

Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος 

Ο Δημήτριος ή Τσάμης Καρατάσος (1798-1861). Αγωνιστής του 1821, γιος του Τάσου Καρατάσιου , γεννημένος στο Διχαλεύρι Νάουσας Νάουσας. Στην περίοδο της αντιβασιλείας φυλακίστηκε μαζί με τον Κολοκοτρώνη και τον Πλαπούτα στο Ναύπλιο. Συμμετείχε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1839, εκλέχτηκε βουλευτής το 1843 και διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα το 1844. Το 1854 κήρυξε την επανάσταση της Χαλκιδικής, χωρίς όμως επιτυχία. Διορίστηκε επιθεωρητής Πελοποννήσου και το 1859 έφυγε στην Ιταλία συμμετέχοντας στον απελευθερωτικό της αγώνα. Στην συνέχεια όργωσε την Ευρώπη για να πετύχει αντιοθωμανική κίνηση και προσπάθησε να ενώσει τους βαλκανικούς λαούς. Πέθανε στο Βελιγράδι.