Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Ορφικός ύμνος Νίκης




Θυμίαμα μάνναν 

Εὐδύνατον καλέω Νίκην, θνητοῖσι ποθεινήν, 
ἣ μούνη λύει θνητῶν ἐναγώνιον ὁρμὴν, 
καὶ στάσιν ἀλγινόεσσαν ἐπ' ἀντιπάλοισι μάχῃσιν, 
ἐν πολέμοις κρίνουσα τροπαιούχοισιν ἐπ' ἔργοις, 
οἷς ἂν ἐφορμαίνουσα φέρῃς γλυκερώτατον εὖχος. 
πάντων γὰρ κρατέεις· πάσης δ' ἔριδος κλέος ἐσθλὸν 
Νίκῃ ἐπ' εὐδόξῳ κεῖται θαλίῃσι βρυάζον. 
ἀλλά, μάκαιρ', ἔλθοις πεποθημένῳ ὄμματι φαιδρῷ, 
αἰεὶ ἐπ' εὐδόξοις ἔργοις κλέος ἐσθλὸν ἄγουσα. 


Μετάφραση 

Την Νίκην προσκαλώ την πολυδύναμη, την περιπόθητη στους ανθρώπους, 
πού μόνο αυτή απαλλάσσει τους ανθρώπους από την αγωνιώδη όρμην 
καί από την οδυνηράν αντίθεσιν κατά τάς μάχας μεταξύ αντιπάλων, 
διότι συ αποφασίζεις στους πολέμους με τα νικηφόρα έργα, 
προς τα οποία, όταν ορμάς φέρεις γλυκύτατον καύχημα, 
διότι είσαι των πάντων κυρίαρχος·
καί εις κάθε διαμάχην εναπόκειται είς εσέ 
από εσέ εξαρτάται ή ένδοξος Νίκη το καλό αποτέλεσμα,
πού χαίρεται ό νικητής 
αλλά, ώ μακαρία, είθε να μας έλθης με περιπόθητο φαιδρό μάτι 
και να μας φέρης πάντοτε καλήν φήμην για τα ένδοξα έργα.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ευχές & Κατάρες




Οι λαϊκές ευχές και κατάρες μοιάζουν με μικρές επωδές, που απαγγέλλονται βιαστικά και σε στιγμές ψυχολογικής συγκίνησης, κάποτε με χειρονομίες, για να κάνουν καλό ή κακό. Είναι μικροκείμενα, κάπως μεγαλύτερα από το επιφώνημα και κάπως μικρότερα από τον επαινετικό ή υβριστικό λόγο. Είναι κι αυτά μαγικοθρησκευτικά ή μαγικοφυσικά, γιατί στην ψυχική έξαψη μας επικαλούμεθα για το καλό ή το κακό του άλλου είτε τα θεϊκά πρόσωπα, είτε την φύση ή την τύχη και τα δαιμονικά. Είναι εκδηλώσεις της ψυχολογίας του κάθε ανθρώπου, που, όταν δεν έχει τον τρόπο ή την δύναμη να κάνει το καλό και το κακό όπως ένας άρχοντας, ένας πλούσιος, ένας πολεμιστής, καταφεύγει στον μαγικό λόγο. Και συνοδεύει τον λόγο με χειρονομίες και ενέργειες, όπως στις επωδές, π.χ. γονατίζει στην εικόνα, βγάζει το μαντήλι ή την σκούφια από το κεφάλι του, χύνει κρασί στο χώμα κ.α.). Αλλά και το τσούγκρισμα των ποτηριών ή των αυγών είναι πράξεις μεταβιβαζόμενης ευχής.

Από τις ευχές και τις κατάρες του κάθε λαού μπορεί κανείς να συμπεράνει ποια είναι, στη σκέψη του ή στις κοινωνικές συνθήκες του, τα μέγιστα αγαθά και ποια τα μέγιστα δεινά. Από τις ευχές π.χ. που διατυπώνονται στα ελληνικά Κάλαντα, μια απ’ τις κυριότερες για τους νέους, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ήταν να τον αξιώσει ο Θεός να βάλει πετραχήλι.

Στις ευχές των βαφτισιών έλεγαν για το αγόρι: Νὰ γίνει καπετάνιος (στ’ ἄρματα) καὶ νὰ τοῦ βγάλουν καὶ τραγούδι και στις κοπέλες λένε πάντα χρυσὴ μοίρα νὰ λάβουν, που σημαίνει κυρίως την καλή παντρειά.

Ευχές και κατάρες είχαν φυσικά και οι αρχαίοι Έλληνες. Ας θυμηθούμε από την Ιλιάδα τον ιερέα Χρύση ή τον Οιδίποδα τύραννο από τον Σοφοκλή. Πάντα υπήρχε η δοξασία, ότι των γεροντότερων οι ευχές ή κατάρες ήταν πιο αποτελεσματικές, επειδή ίσως είναι πλησιέστερα προς τον Θεό, τον θάνατο ή επειδή έχουν πείρα δικαιοσύνης. Η ευχή ή η κατάρα των γονέων είναι δυνατότερη και για λόγους συναισθηματικούς · είχαν σημασία πάντα κι οι εκδηλωτικές χειρονομίες που τις συνόδευαν.


Το άμεσο αποτέλεσμα μιας ευχής ή κατάρας εξαρτάται όχι μόνο από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, αλλά και από την ώρα που λέγεται · υπάρχουν δοξασίες και παραδόσεις για την καλή ώρα της ευχής και την κακή ώρα της κατάρας.

Η αδικαιολόγητη κατάρα όμως δεν πιάνει, ή όπως λέει και η παροιμία, ἡ ἄδικη κατάρα περπατεῖ ὅλη μέρα καὶ τὸ βράδυ γυρίζει στὸ νοικοκύρη της. Πάντως η πίστη του λαού στην μαγική δύναμη του λόγου (καλού ή κακού) είναι μεγάλη, γι’ αυτό και οι περιπτώσεις των ευχών, τόσο στην λαϊκή κοινωνία όσο και στην αστική, είναι πολλές π.χ. γιορτές, γάμοι, ταξίδια, χαιρετισμοί, συγχαρητήρια κτλ.
Ο άνθρωπος όχι μόνο πιστεύει στην ευχή και στην κατάρα, αλλά και αισθάνεται την ανάγκη τους, για κάποιο συναισθηματικό ξέσπασμα και μια κοινωνική συναλλαγή. Όσο σχετικότερες είναι οι επικοινωνίες των ανθρώπων, κι όσο συχνότερες οι δοσοληψίες τους, τόσο κι οι εκφράσεις της ευχής και της κατάρας ακούονται ποικίλες και παραστατικότερες.

Την κατάταξη των ευχών δύσκολα την κάνουμε με ακρίβεια, γιατί είναι πολλές οι περιπτώσεις. Μπορούμε όμως ν’ ακολουθήσουμε το παρακάτω διάγραμμα, που είναι βιοτικό και λαογραφικό:

I. Ευχές & κατάρες των καθημερινών συναντήσεων: 

i. Σε παιδιά 
ii. σε νέους & νέες χωριστά 
iii. σε ανδρόγυνα 
iv. σε γέρους & γριές 
v. σε επαγγελματίες 
vi. σε μαθητές 
vii. σε ώρες καλλωπισμού 
viii. σε ώρες νοικοκυριού 
ix. στην φιλοξενία 
x. στην ελεημοσύνη 
xi. για τα ζώα 
xii. για τα καινούργια σκεύη και έπιπλα.

II. Ευχές & κατάρες σε ξεχωριστά βιοτικά γεγονότα: 

i. την εγκυμοσύνη
ii. στον τοκετό
iii. στα βαφτίσια
iv. στην πρώτη σχολική μέρα
v. στην στρατιωτική θητεία
vi. στο αρραβώνιασμα
vii. στον γάμο
viii. σε ξενιτεμούς
ix. σε θεμελιώματα κτισμάτων και εγκαίνια x. σε σκάρωμα καραβιών και ταξίδια
xi. σε αγροτικές εναρκτήριες εργασίες και συγκομιδή (γεωργική, ποιμενική, αλιευτική)
xii. σε αρρώστιες
xiii. στον θάνατο
xiv. στα μνημόσυνα

III. Ευχές & κατάρες σε χρονιάρες μέρες και γιορτές:

i. Πρωτοχρονιά, Φώτα, Απόκριες, Σαρακοστή, Λαμπρή, κ.ο.κ. με βάση την χρονολογική τους πορεία  

ii. Ονομαστικές γιορτές 

iii. Επέτειος (νεώτερα έθιμα γάμων, συλλόγων, νικών κτλ) 

Συγκέντρωση ευχής και κατάρας μπορούμε να κάνουμε με πολύχρονη παρακολούθηση μιας κοινωνίας ή με υπαγόρευση από ηλικιωμένους ανθρώπους. Ζωηρή τώρα εντύπωση αφήνει και το μαγνητόφωνο. Καλό είναι να σημειώνουμε και τις αντίστοιχες χειρονομίες ή ενέργειες, ζητώντας και την λαϊκή τους εξήγηση. Επίσης και τις αντευχές ή αντικατάρες, που δίνονται αμέσως από τον φίλο ή τον αντίπαλο, ώστε να έχουμε πλήρες το ευχετικό ή καταραστικό ζεύγμα.

Σχετικά προς τις ευχές είναι τα μονολεκτικά ονόματα: Πολυζώης, Πολυχρόνης, Καλομοίρα, Πανταζής και άλλα βαφτιστικά, σχετικά δε προς τις κατάρες τα επίθετα: αστραποκαμένος, λιγοζώητος, μαυρομαντήλω, μελιδιασμένος κ.α.

Στις ευχές και στις κατάρες υπάγονται κι άλλες κατηγορίες από εκδηλωτικά μικροκείμενα, οι εξής: 

Α) Αντίστοιχα προς τις ευχές

i. Οι αντευχές, δηλ. όταν ανταποδίδει κάποιος την ευχή, π.χ.

- Καλὰ στέφανα! 
- Κι’ ἐσεῖς καλὴ πάντα ὑγεία! 

ii. Οι απευχές ή αποτροπές, δηλ. όταν ζητούμε να απομακρύνουμε με τον λόγο ένα κακό, π.χ. Κούφια η ώρα, Μακριά από δω, Θεός φυλάξει. 


iii. Οι χαιρετισμοί, πλούσιο κεφάλαιο για μελέτη και συλλογή! Περιπτώσεις και τρόποι χαιρετισμών, Συνοδευτικές χειρονομίες και η σημασία τους όπως χειραψία, χτύπημα στον ώμο, εναγκαλισμός, κούνημα μαντηλιού κ.α. Στοργικοί και σεβαστικοί χαιρετισμοί, ηλικιακή και κοινωνική ιεραρχία, αποχαιρετισμοί, όπως περιπτώσεις κι από την λαϊκή φιλολογία μας, παραμύθια, τραγούδια κτλ.

iv. Οι προπόσεις, ενδιαφέρον κεφάλαιο για περιγραφή και μελέτη. Έθιμο ελληνικό αρχαιότατο, γνωστό στον Όμηρο και στους κλασικούς, που κι οι Ρωμαίοι το ονόμαζαν propinare (από το προπίνω). Συνεχίζεται στον ελληνικό λαό, με το όνομα ἐντολὴ (Ήπειρος) ἢ γιομάτο ἢ κουπάρι. Πρωτοπίνει ο οικοδεσπότης στα συμπόσια με ευχές, που τις απευθύνει σε όλους ή σε καθένα χωριστά. Άλλοτε έδινε να πιουν από το ποτήρι, κι αυτό συμβόλιζε φιλική κοινωνία και αδελφώση. Τα λόγια των προπόσεων είναι κάποτε έμμετρα, και συνηθίζονται περισσότερο στους γάμους.

- Ἕνα τραγούδι θὲ νὰ πῶ ἀπάνω στὸ κεράσι (= κέρασμα),
 τ’ ἀντρόγυνο ποὺ ἔγινε, νὰ ζήσει, νὰ γεράσει! 

Τὸ πρῶτο ποτηράκι 
μὲ τὸ γλυκὸ κρασάκι,
τὸ πίνω στὴν ὑγειά τους! 
Βίβα τους καὶ χαρά τους!... 

Το έθιμο τώρα έχει γίνει παγκόσμιο και αστικό, με τις προπόσεις και τους λόγους, που ακούονται στα επίσημα γεύματα και τις δεξιώσεις. 


v. Τα παινέματα. Είναι πολλά τα παραδείγματα και τα κείμενα των επαίνων, που βρίσκει κανείς ιδιαίτερα να τραγουδιούνται στα Κάλαντα. Τα παιδιά που γυρίζουν στα σπίτια, χρησιμοποιούν στο τέλος τα καλύτερα λόγια, για να ευχηθούν τον νοικοκύρη και να τον συγκινήσουν, ώστε να τους φιλοδωρήσει με γενναιότητα…. 

- Ἐδῶ ποὺ τραγουδήσαμε, πέτρα νὰ μὴ ραΐσει
 κι ὁ νοικοκύρης τοῦ σπιτιοῦ χρόνους πολλοὺς νὰ ζήσει!


Β) Αντίστοιχα προς τις κατάρες:

i. Οι αντικατάρες δηλ. ανταποδίδει κανείς την κατάρα και μάλιστα με επίταση, π.χ.

- Ἄει τσακίσου!
- Νὰ τσακιστεῖς, καὶ νὰ ταφιαστεῖς!

ii. Οι απειλές που έχουν αντίζυγα και τα αντιπείσματα, π.χ.

 - Θὰ σὲ κάμω νὰ χορεύεις 
 - Θὰ μοῦ μεγαλώσεις τὶς τρίχες! 

iii. Οι βρισιές, δηλ. ύβρεις και υβριστικά σχήματα και χειρονομίες. Ενδιαφέρον επίσης κεφάλαιο για το γλωσσικό πλούτο και την ψυχοκοινωνιολογική σημασία του. 

iv. Οι βλαστήμιες ·η λέξη, από ετυμολογικής απόψεως, προέρχεται από το ρήμα βλασφημώ, το οποίο σημαίνει βλάπτω την φήμη κάποιου.

v. Τα αναθέματα, δηλ. αναθέτει κανείς την ψυχή ενός εχθρού του στο διάβολο, όχι μόνο στα εκκλησιαστικά (αφορισμοί) αλλά και στα λαϊκά έθιμα (πέτρες στο μνήμα ή στα τρίστρατα), απ’ όπου και το τοπωνύμιο «αναθεμάτισμα» 

vi. Οι όρκοι. Αυτοί αποτελούν μεγαλύτερο κεφάλαιο μικροκειμένων για μελέτη, η βάση τους όμως είναι καταραστική. Δίνει κανείς όρκο και διατυπώνει μια αυτοκατάρα, που θα τον εύρει, αν παραβεί τον όρκο του. Ακόμα κι η επίκληση του Θεού ή ενός αγίου σημαίνει την πιθανή τιμωρία του ορκισμένου από εκείνους · η λέξη όρκος παράγεται από το είργω που σημαίνει περιορίζω.
Χωρίζονται οι όρκοι σε μαγικοθρησκευτικούς και μαγικοφυσικούς. Καλό είναι να περιγράφονται μαζί και οι ενέργειες ή χειρονομίες, που συνοδεύουν τον όρκο και τα λόγια του ·η χειρονομία σε όλες τις εκδηλώσεις είναι σοβαρότατο κεφάλαιο της Λαογραφίας και μπορεί να την ονομάσει κανείς «βουβή έκφραση», ή και «βουβή γλωσσολογία», της λαϊκής ζωής.

vii. Οι κατάδεσμοι. Είναι οι γραπτές ή μαγικές κατάρες, που επινοούνται με φθονερή διάθεση στις ευτυχείς ώρες του άλλου (π.χ. όπως γάμος, τεκνοποίηση, επιχείρηση, πολεμική άμυνα, καλλιέργειες) και εκφράζουν τις εχθρικές διαθέσεις του ενεργούντος. Ανήκουν και στην μαγεία, αλλά βασίζονται στον καταραστικό λόγο.

Σημείωση: Το αρχαιότερο παράδειγμα κατάδεσμου προέρχεται πιθανόν από την Σικελία και χρονολογείται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. Ορισμένα από τα περισσότερο γνωστά παραδείγματα προέρχονται από την Αθήνα, όπου παρατηρείται μία ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη ως προς το περιεχόμενό τους, καθώς τους σχετιζόμενους με την δικομανία τής Κλασικής Εποχής (5ος - 4ος αι. π.Χ.) δικανικούς κατάδεσμους, με τους οποίους κάποιοι προσπαθούν να εξουδετερώσουν τους αντιδίκους τους, διαδέχονται οι ερωτικοί κατάδεσμοι των ελληνιστικών κυρίως χρόνων (3ος - 1ος αι. π.Χ.). Τον 4ο και 3ο αι. π.Χ. οι κατάδεσμοι γνωρίζουν μεγάλη διάδοση, με γνωστά παραδείγματα από την Μακεδονία και από το νησιωτικό χώρο, όπως την Μυτιλήνη. 


Ενεπίγραφο μολύβδινο έλασμα τυλιγμένο σε ρολό (κατάδεσμος)
 4ος αι. π.Χ., Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας

Εδώ να σταθούμε και να αναφέρουμε ότι ένας από τους πλέον γνωστούς κατάδεσμους στον Ελλαδικό χώρο είναι ο κατάδεσμος της Πέλλας, ο οποίος αποτελεί ένα σπουδαίο εύρημα τόσο από αρχαιολογικής όσο και από γλωσσολογικής απόψεως. Η κατάρα γράφτηκε σε μολύβδινο έλασμα περί τον 4ο - 3ο αιώνα π.Χ. και τοποθετήθηκε σε τάφο ώστε να έλθει σε άμεση επαφή με τα πνεύματα του Κάτω Κόσμου. Βρέθηκε το 1986 στο νεκροταφείο της Πέλλας. Πρόκειται για κατάρα ή μαγική επωδός γραμμένη από μια γυναίκα της οποίας ο εραστής επρόκειτο να νυμφευθεί κάποια άλλη. 

Ο κατάδεσμος έγραφε: 

[Θετί]μας καὶ Διονυσοφῶντος τὸ τέλος καὶ τὸν γάμον καταγράφω καὶ τᾶν ἀλλᾶν πασᾶν γυ-
[ναικ]ῶν καὶ χηρᾶν καὶ παρθένων, μάλιστα δὲ Θετίμας, καὶ παρκαττίθεμαι Μάκρωνι καὶ
[τοῖς] δαίμοσι• καὶ ὁπόκα ἐγὼ ταῦτα διελέξαιμι καὶ ἀναγνοίην πάλειν ἀνορόξασα,
[τόκα] γᾶμαι Διονυσοφῶντα, πρότερον δὲ μή• μὴ γὰρ λάβοι ἄλλαν γυναῖκα ἀλλ’ ἢ ἐμέ, 
[ἐμὲ δ]ὲ συνκαταγηρᾶσαι Διονυσοφῶντι καὶ μηδεμίαν ἄλλαν. Ἱκέτις ὑμῶ(ν) γίνο- 
[μαι• Φίλ;]αν οἰκτίρετε, δαίμονες φίλ[ο]ι, δαπινὰ γάρ 
ἰμε φίλων πάντων καὶ ἐρήμα• ἀλλὰ 
[ταῦτ]α φυλάσσετε ἐμὶν ὅπως μὴ γίνηται τα[ῦ]τα καὶ κακὰ κακῶς Θετίμα
ἀπόληται. 
[----]ΑΛ[----]ΥΝΜ..ΕΣΠΛΗΝ ἐμός, ἐμὲ δὲ [ε]ὐ[δ]αίμονα καὶ μακαρίαν γενέσται 
[-----] ΤΟ[.].[----].[..]..Ε.Ε.ΕΩ[ ]Α.[.]Ε..ΜΕΓΕ[---] 

Μετάφραση: 

«της Θετίμας και του Διονυσοφώντα την τελετή και το γάμο δένω με γραπτή κατάρα και όλων των άλλων γυναικών, 
είτε χήρες είναι, είτε παρθένες, κυρίως όμως της Θετίμας. Και παραδίνω αυτόν τον κατάδεσμο στον Μάκρονα και 
τους δαίμονες. Και μόνον όταν εγώ ξεθάψω και ξετυλίξω και διαβάσω πάλι αυτά τα λόγια, 
τότε μονάχα να παντρευτεί ο Διονυσοφώντας. Προηγουμένως να μην πάρει άλλη γυναίκα του εκτός από μένα. 
Μονάχα εγώ να γεράσω στο πλευρό του Διονυσοφώντα, καμιά άλλη. Σας ικετεύω 
προσφιλείς δαίμονες δείξτε οίκτο στη Φίλα γιατί 
με έχουν εγκαταλείψει όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και είμαι έρημη. Αλλά 
φυλάξτε τον κατάδεσμο για χάρη μου, ώστε να μη γίνουν αυτά, κι η κακιά Θετίμα 
κακά να χαθεί.... 
κι εγώ να βρω ευδαιμονία και μακαριότητα». 


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Ὁ χειμὼν τῆς Πίνδου



Ὁ Ἥφαιστος χαλκεύει τὸν τελευταῖον κρίκον τῆς θείας χρυσῆς ἁλύσσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ θεομήτωρ φύσις περιελίσσει, καὶ θωπεύει εἰς τὰς τρυφερὰς αὐτῆς ἀγκάλας, σύμπαντα τὸν κύκλον, τῆς ἀπείρου καὶ ἀφθάρτου ζωῆς. Ὁ τελευταῖος οὗτος κρίκος γεννᾷ τὸν χειμῶνα, ἡ δὲ Πίνδος ὑφίσταται τὴν τελευταίαν αὐτῆς μεταμόρφωσιν. 

Ἡ μεγάλη καὶ εὐεργετικὴ λειτουργία τῆς θεομήτορος Φύσεως ἐξελίσσεται ἀενάως καὶ γεννᾷ νέαν ζωήν. Οἱ ὑετοὶ καὶ αἱ βροχαὶ τῆς Πίνδου μεταμορφοῦνται εἰς χαλάζας καὶ χιόνας, αἱ δὲ σταγόνες εἰς πάγους καὶ κρύσταλλα, καὶ οἱ ῥύακες καὶ πολλοὶ ποταμοὶ μεταβάλλονται εἰς ἀπεράντους στήλας πάγου, καὶ εἰς δράκοντας κρυσταλλίνους. Αἱ νεφέλαι καὶ ὁμίχλαι τῆς Πίνδου ἐκχύνουσι καὶ κατακλύζουσι ὁλόκληρον τὴν χώραν μὲ νιφάδας καὶ στρώματα ἀφθόνου χιόνος. Σύμπασα δὲ ἡ Πίνδος τελικῶς συγκαλύπτεται ὑπὸ ἀπεράντου καταλεύκου σινδόνος χιόνος καὶ πάγων, ὑπὸ τὴν ὁποίαν γῆ τε καὶ θεοὶ καὶ θεαὶ καὶ μοῦσαι καὶ νύμφαι αἱ χθόνιαι ναρκοῦνται ἡδέως, καὶ κοιμῶνται ὀλβίως.

Ὑπεράνω τῆς ἀπείρως στιλβούσης χιονώδους καὶ κρυσταλλώδους ταύτης χώρας καὶ τῶν ἀπεράντων κρυσταλλοπλοκάμων δασῶν τῆς Πίνδου, ὁ Φοῖβος Ἀπόλλων καὶ θεὸς ἥλιος, διατρέχων τὴν ἀχανῆ αὐτοῦ τροχιάν, λάμπων, ἀστράπτων διαπύρως καὶ διαυγῶς εἰς τὸ ὕψιστον αὐτοῦ σημεῖον, γεννῶν τὴν κολοσσιαίαν ἀκτινοβολίαν τῶν πάγων, καὶ τὴν χιονοβόλον ἀντανάκλασιν, μεταμορφώνει σύμπασαν τὴν Πινδαϊκὴν χώραν εἰς ἀληθῆ φλέγοντα ὠκεανὸν φωτὸς καὶ λάμψεως ἀργυρᾶς, καὶ εἰς θάλασσαν σπινθηροβολίας τῆς χιόνος καὶ τῶν πάγων, ἀπεικονιζόντων ἀπειρίαν μικροσκοπικῶν ἀστερίσκων, πλεόντων ἐντὸς ἀβύσσου μυριοστιλβίας καὶ μυριοχρωμίας.


Ἀνατέλλων δὲ καὶ δύων ὁ αἰγλώδης οὗτως χειμέριος Ἥλιος μεταμορφώνει καὶ πάλιν, ἀλλὰ μυθωδῶς καὶ ἰδεωδῶς, τὴν χιονοκάλυπτον καὶ κρυσταλλολαμπῆ Πίνδον εἰς ἀληθῆ χώραν οὐρανίου πυρός, ἀπεικονίζουσαν τεραστίαν ἡφαιστιώδη ἰλιγγιαστικὴν μάζαν, καιομένου, τηκομένου, φλεγομένου χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, κατακλύζοντος σύμπασαν τὴν ἀτμόσφαιραν μὲ τὴν μεθυστικὴν καὶ ἐκστασιαστικὴν ἐκείνην θυελλώδη λάμψιν καὶ ἀκτινοβολίαν τῆς ἀργυροχρύσου ἀποχρώσεως. Ἡ μυθολογικὴ αὕτη φλεγομένη ἀργυρόχρυσος θάλασσα τοῦ φωτὸς πλήσσει, κατὰ τήν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, καὶ ἀναφλέγει πρῶτον τὰς ὑψίστας κορυφὰς τῶν Πινδαϊακῶν ὀροπλειάδων, εἶτα κατέρχεται καὶ πλημμυρεῖ τὰς κλιτυάδας τῶν ὀρέων μὲ τὰς ἀργυρᾶς αὐτῆς φλόγας. Ἐν τέλει ἡ ἀργυρᾶ αὕτη θάλασσα τῆς λάμψεως πληροῖ τὰς ὑπερειάδας, ὀροκοιλάδας, χαλάδρας καὶ πᾶσαν τὴν χιονοκάλυπτον καὶ κρυσταλλοπλόκαμον χώραν τῆς Πίνδου. Εἶτα, ὑπὸ τοῦ δύοντος ἡλίου ἀπωθουμένη, ἡ ἀργυρᾶ αὕτη θάλασσα τοῦ φωτὸς μεταστρέφεται, ἀντιστρέφεται καὶ μεταλλάσσεται, ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῶν ὀροκοιλάδων, βαίνει πρὸς τὰ ὕψη τῶν κλιτυάδων, ἀναβαίνει καὶ στεφανώνει τὰς σελαγὰς καὶ κορυφὰς τῶν ὀρέων.

Προβαίνουσα δὲ πρὸς τὰ ἄνω μεταμορφοῦται αὕτη ἐκ νέου εἰς θάλασσαν ἀργυρόχρυσον. Ἐξικνουμένη δὲ εἰς τὰς ὑψίστας κορυφὰς τῶν ὀρέων καὶ θίγουσα τοὺς αἰθέρας, ἡ θυελλώδης αὕτη θάλασσα, τῆς ἀργυροχρύσου λάμψεως καὶ τοῦ φωτὸς τοῦ δύοντος ἡλίου, ἀπεικονίζει κάμινον ἀτελεύτητον πυρίνων διαδημάτων, λάμψεων και φλογῶν, ἀφρῶν, καὶ χρωμάτων, φλεγομένων καὶ καιομένων, ἐντὸς ἀχανοῦς ἀργυροχρύσου λαίλαπος, ἐπιστρεφομένης ὑπὸ περιλάμπρου ἀπεράντου ῥοδοχρόου πορφυροχρύσου, οὐρανίας ζώνης ἐκχυνομένης, δίκην Γαλαξίου, ἐπὶ τοῦ Πινδαϊκοῦ στερεώματος.

Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκθαμβωτικὸς καὶ ἐκστασιαστικὸς οὗτος ὠκεανὸς τῆς λάμψεως καὶ φωτὸς τῶν Πινδαϊκῶν χιόνων καὶ κρυστάλλων ὑφίσταται νέαν μεταμόρφωσιν, διὰ νέαν θαυματουργίας τῆς θεομήτορος φύσεως. Ἡ Πίνδος περιθολοῦται καὶ πάλιν ὑπὸ ὁμιχλῶν καὶ περιζοφοῦται ὑπὸ νεφελῶν. Ἄφθονος δὲ χιὼν καταπίπτει ἐκ νέου, ἀπέραντα δὲ καὶ παχέα στρώματα τῆς νέας ταύτης χιόνος καλύπτουσιν ὁλόκληρον τὴν χώραν, ταὐτοχρόνως δὲ ἄνεμοι σφοδρότατοι ἐγείρονται καὶ δεινόταται πνέουσι λαίλαπες, αἵτινες γεννῶσι τὴν περιβόητον καὶ περίτρομον χιονοθύελλαν καὶ τὸν δαιμονιώδη καὶ μεγαλειώδη χιονοστρόβιλον τῆς Πίνδου.

Ἀλλὰ καὶ ἡ μεγαλειωδεστάτη αὕτη εἰκὼν τῆς Πινδαϊκῆς χώρας μεταλάσσεται ὑπὸ τῆς θεομήτορος φύσεως. Οἱ μὲν σφοδροὶ ἄνεμοι ἐξακολουθοῦσι νὰ πνέωσιν, ἀλλ’ αἱ πίπτουσαι χιόνες μεταμορφοῦνται εἰς χαλάζας καὶ αἱ χάλαζαι εἰς ῥαγδαίας βροχάς, ἡ δὲ καλύπτουσα τὸ ἔδαφος χιὼν τήκεται καὶ μεταβάλλεται εἰς ἀτελεύτητον δίκτυον, διαρκῶς ῥεόντων καὶ ἀκαταπαύστως ὀγκουμένων ῥυάκων, χειμάρρων καὶ ποταμῶν.

Νέα μεταμόρφωσις τῆς Πίνδου ἀναφαίνεται. Ἡ μὲν ἀπέραντος λευκοχιονώδης σινδὼν μετασχηματίζεται εἰς ἀπέραντον ποικιλόχρωμον τάπητα, ἡ δὲ Πίνδος μεταμορφοῦται ἐκ μεγαθηρίου λευκῆς ἄρκτου εἰς μεγαθήριον πολυχρώμου λεοπαρδάλεως. Ἡ μεταμόρφωσις καὶ μεταμφίεσις βαίνει περαιτέρω καὶ δεικνύει διαφόρους φυσιογνωμίας. Τελικῶς ἡ Πίνδος ἀναφαίνεται ὁλόκληρος ζῶσα, ἀκμαία καὶ περίλαμπρος, μὲ τὴν ὁλόστιλβον χρυσοπράσινον, ἀνθοποίκιλτον νέαν ἐαρινὴν αὐτῆς ἐνδυμασίαν.


Ὁ δὲ διάπυρος καὶ φλέγων Πινδαϊκός ἥλιος, διαρρηγνύων τὰς πυκνὰς φάλαγγας τῶν νεφελῶν καὶ ὁμιχλῶν, κατακλύζει καὶ χρωματίζει ὀνειρομαγικῶς, τὴν θάλασσαν τῶν στιλβόντων ῥαντισμῶν καὶ σταγόνων μὲ τὸ ἄπειρον αὐτοῦ φῶς. Ὑπεράνω δὲ καὶ κάτω τῆς φωτεινῆς καὶ σταγονώδους ταύτης ἀτμοσφαίρας, ἐκχέεται ἀναρριχωμένη εἰς τεράστια ὕψη καὶ βυθιζομένη εἰς βάθη ἀβυσσώδη, ἄνωθι μὲν θίγουσα τοὺς αἰθέρας, εἶτα τὰς φωτεινὰς καὶ κελαινὰς νεφέλας, κατόπιν καταβαίνουσα καὶ θωπεύουσα τὰς ὁμιχλώδεις ἤ χιονώδεις ζώνας τῶν ὀρέων, ὕστερον συναντῶσα βράχους ἀποκρήμνους, εἶτα χαριεντιζομένη μὲ τὰ πράσινα δάση, κατόπιν προσκρούουσα καὶ κατοπτριζομένη ἐντὸς ῥυάκων διαυγῶν, εἶτα ἐνασμενιζομένη μὲ λειμῶνας ἀνθοχλόους, ὅπως ἐμβαραθρωθῇ εἰς τὰς βαθείας φάραγγας τῶν κοιλάδων, εἰσχωρήσῃ εἰς τὰς χαράδρας καὶ αὐλακώσεις τῶν ποταμῶν, καὶ εἰσδύσῃ ἐν τέλει εἰς τὰ σκοτεινὰ σπήλαια καὶ τὰ ἄδυτα βάθη τῆς γῆς.


Εἶνε ἡ Ἴρις, ὁ ἄγγελος τῶν θεῶν. Ἐκτοξευομένη εἰς τρία ἀλλεπάλληλα ἰλιγγιαστικὰ οὐράνια τόξα, συνδέουσα τὸν οὐρανόν μὲ τὴν γῆν, συγγεφυροῦσα ὀροπλειάδα μὲ ὀροπλειάδα καὶ κλιτυάδα μὲ κλιτυάδα, ἐνθουσιάζουσα καὶ ἐκστασιάζουσα μὲ τὴν ἀκτινοβολίαν τῶν χρωμάτων αὐτῆς, ἐκχέουσα τὴν ἀπειροποίκιλτον αὐτῆς σπινθηροβολίαν καὶ πολυχρωμίαν, ἀγγέλει τὴν ἔλευσιν τοῦ νέου ἔαρος. 

Ἀλλὰ τὸ ἔαρ τοῦτο εἶνε πάντῃ καινόν, καὶ πάντῃ νέον τέκνον τῆς φύσεως. 


Ν. Πίχτος, Ἡ αἰσθητικὴ τῆς Πίνδου, 1988.

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Οι παροιμίες



Είναι τα σοφά κληρονομήματα των αιώνων, που με φραστική συντήρηση παραδίδονται από την μία γενεά στην άλλη, διδάσκοντας την εμπειρία τους και δίνοντας έτοιμους τύπους αλληγορίας και παρομοίωσης, που χρειάζονται για να στηρίζουν ή να τεκμηριώνουν τον λαϊκό λόγο. 

Οι ως τώρα φιλολογικοί ορισμοί της παροιμίας είναι πολλοί, αλλά και δεν υπάρχει παροιμιακή Συλλογή ή μελέτη, που να μη μνημονεύει τον πρώτο, λακωνικό και περιεκτικότατο ορισμό, που της έδωσε ο Αριστοτέλης: «Παροιμίαι παλαιᾶς εἰσὶ φιλοσοφίας…ἐγκαταλείμματα, περισωθέντα διὰ συντομίαν καὶ δεξιότητα…»• όπου το «δεξιότητα» σημαίνει την ικανότητα της παροιμίας να γίνεται ταιριαστή στην κάθε περίπτωση ζωής.

Όσο για την ετυμολογία και την σύνθεση του όρου, που είναι έτσι γνωστός ήδη από τον Αισχύλο, ο λεξικογράφος Ησύχιος σημειώνει: «Παροιμία, βιωφελὴς λόγος παρὰ τὴν ὁδὸν λεγόμενος, οἷον παροδία •οἶμος γὰρ ἡ ὁδός». Ώστε ήταν κάτι συνοδευτικό και βοηθητικό για τους ανθρώπους η παροιμία, είτε στην ρύμη του λόγου τους (ἐν παρόδῳ), είτε στον δρόμο της όλης πορείας στην ζωή τους. Κι εξακολουθούν να είναι, σε όλους τους λαούς, ράβδοι στηρίγματος για την καλύτερη έκφραση και για την σοφότερη αντιμετώπιση της ζωής. 

Όλοι μας καταφεύγουμε στην εμπειρία και την καλή συμβουλή των παροιμιών, για να παρηγορήσουμε ή να παρηγορηθούμε, αλλά και για να διασαφήσουμε τον λόγο μας με τις παραστατικές εικόνες των κειμένων τους. Όσο κι αν είμαστε κάποτε σοφοί από γνωμικά και αποφθέγματα λογίων του αρχαίου ή του βυζαντινού κόσμου, έρχεται πάντα η ώρα που μια λαϊκή παροιμία, διδαγμένη από την μητέρα μας ή από τους γέρους της γενέτειρας, μας βοηθάει να εκφράσουμε αυτό που σκεφτόμαστε ή αισθανόμαστε, περισσότερο ικανοποιητικά: 

 - Δεν το’ χω πως πεθαίνω, παρὰ ποὺ ὅσο πάει, μαθαίνω! (Γηράσκω ἀεὶ διδασκόμενος!) 
- Ἡ φτώχεια χαμηλώνει τ’ ἀφτιά. (Πενία ἄνδρα ταπεινοῖ.) 
- Ὅσο εἴχαμε καὶ τρώγαμε, Βασίλη, κυρ-Βασίλη!... (Τῶν μὲν εὐτυχούντων πάντες φίλοι…) κ.α. 

Την πολύτιμη αυτή σημασία της παροιμίας στον λόγο των ανθρώπων και γενικότερα των εθνών, καθώς και οι πολύπλευρες αρετές των κειμένων της, έχουν εκτιμήσει οι συγγραφείς και παροιμιολόγοι όλων των εποχών. Από τους ελληνιστικούς χρόνους της πρώτης φιλολογικής γραμματείας άρχισαν να συγκεντρώνουν τα αρχαία ρητά και τις παροιμίες σε «Συλλογές» ή «Συναγωγές» και «Γνώμες» που είχαν διδακτικούς σκοπούς. Σήμερα όμως, με τις κοινωνιολογικές αναζητήσεις και την ανάγκη να μελετηθεί ο «μικρόκοσμος» ή «μεγαλόκοσμος» του ανθρώπου από κάθε πλευρά (και ως προς τις σχέσεις που κοινωνικά αναπτύσσει), η παροιμία έχει γίνει ένα σπουδαίο τεκμήριο φυσικής, ψυχικής και πολιτιστικής ζωής των ανθρώπων, όσο και στοιχείο μελέτης των ατομικών, κοινωνικών αλλά και εθνικών νοοτροπιών και βιωμάτων τους. 

Μπορούμε να της δώσουμε τον κάπως πρακτικότερο ορισμό: «Παροιμία είναι ο μικρός έμμετρος ή πεζός λόγος, που διατυπώνει παραστατικά και συχνότατα αλληγορικά μια σοφή γνώμη, μια διαπίστωση, μια συμβουλή, και που επαναλαμβάνεται στον καθημερινό λόγο, σαν επιχείρημα ή παράδειγμα». Π.χ. 


- Τῆς ἀδικιᾶς τὸ γέννημα σὲ ποντισμένο μύλο. 
- Τὸ Μάρτη ξύλα φύλαγε, μὴν κάψεις τὰ παλούκια. 
- Τὸ πρόβατο ποὺ θέλει νὰ φάει ξύλο, πάει καὶ τρίβεται στοῦ τσοπάνη τὴ μαγκούρα. 
- Τί σοῦ λείπει κασσιδιάρη; - Σκούφια μὲ μαργαριτάρι. 
- Ἔφτασε ὁ κόμπος στὸ χτένι. (Παροιμιακή φράση) 

 Οι άμεσες γνώμες και συμβουλές λέγονται και λαϊκά γνωμικά, και μας δείχνουν τι γίνεται συνήθως στην ζωή και τι πρέπει να κάνουμε εμείς. Π.χ. 

- Ἀνύπαντρος προξενητὴς γιὰ λόγου του γυρεύει 
- Ὅποιος φυτεύει ἀμυγδαλιές, θά’ χει καὶ τοὺς τζιτζίκους. 
- Πέντε μέτρα, κι ἔνα κόβε. 

 Οι αλληγορίες δίνουν εικόνες από την ζωή, και είναι παρομοιωτικές παροιμίες: 

- Ὅλα τά ‘ χει ἡ Μαριωρή , μόνο ὁ φερετζὲς τῆς λείπει. 
- Δίνει στὸ σκύλο ἄχυρα καὶ στὸ μουλάρι κρέας. 

Απομένουν οι μικρές στερεότυπες παρομοιώσεις: 

- Σὰν τῆς τρελλῆς τὰ μαλλιά! 
- Σὰν τὴ μύγα μὲς’ στὸ γάλα 

ή οι εκφράσεις: 

- Χαρᾶς εὐαγγέλια 
- Ἀπὸ πέτρα σὲ λιθάρι 

που τις λέμε παροιμιακές φράσεις. 

Στην διεθνή παροιμιολογία υπάρχει και ο όρος βελλερισμός (Wellerism από τον Weller Pickwick Papers του Dickens) και σημαίνει η φράση ή η παροιμία ειπωμένη μαζί με το πρόσωπο που την χρησιμοποίησε. Π.χ. Μια Ολλανδική παροιμία λέει: Όλα με το μέτρο, έλεγε ο ράφτης, και χτυπούσε με την μεζούρα την γυναίκα του! 

Οι παροιμίες κρύβουν κάποτε μέσα τους και ολόκληρο μύθο, που μοιάζει με περίληψή τους. Π.χ. 

 - Ὁ ποντικὸς δὲν ἐχώραγε στὴν τρύπα του κι ἔσερνε κολοκύθα. 
 - Ἔτρεχε ἕνας μὴ βραχεῖ κι ἔπεσε στὸ ποτάμι! 
- Τὴν ἔπαθε σὰν τὴν ἀλεποὺ μὲ τὰ σταφύλια. 

Ανακατεύονται δηλαδή οι μύθοι με τις παροιμίες, σε φραστικό σχήμα παροιμιόμυθων. Η διατύπωση των παροιμιών γίνεται α) σε πεζό λόγο (μονόλογο και διάλογο). Π.χ. 

- Ἡ ἀλήθεια εἶναι λάδι καὶ πλέει. 
- Βλέπεις στραβέ; - Βλέπει ὁ Θεός. 

β) σε έμμετρο λόγο, με όλους τους στιχουργικούς τρόπους •χρειάζεται τότε προσοχή στην καταγραφή των παροιμιών ώστε να φαίνονται τα μέτρα. Π.χ. 

- Ἡ χάρη θέλει ἀντίχαρη καὶ πάλι νά ‘ ναι χάρη! 
- Βόηθα με νὰ σὲ βοηθῶ, ν’ ἀνεβοῦμε τὸ βουνό. 

Ο κόσμος των παροιμιών παίρνει τις εμπνεύσεις του, όπως και τα αινίγματα, από την γύρω φύση και την ζωή, αλλά στρέφεται περισσότερο στον άνθρωπο και στις κοινωνικές σχέσεις του. 

Η παροιμία είναι λαογραφικό είδος, τόσο φιλοσοφικό όσο και κοινωνιολογικό. Στηρίζεται είτε στην ανθρώπινη σκέψη, είτε σε πείρα από τα παθήματα και τα κοινωνικά επεισόδια. Το περιεχόμενο της (αφορμές και αλληγορίες) το παίρνει πάντα από το φυσικοκοινωνικό περιβάλλον ζωής. Π.χ. 

- Ὅλοι κλαίγανε τὸν πόνο τους κι ὁ μυλωνὰς τ’ αὐλάκι.
- Ὅποιος κάηκε στὸ κουρκούτι, φυσάει καὶ τὸ γιαούρτι. 

Οι ελληνικές παροιμίες έχουν διατυπωθεί από τις παλαιότερες γενεές, κι οι στοχασμοί τους, γεννήματα του ίδιου τόπου, διατηρήθηκαν επί αιώνες. Κατάγονται επίσης είτε από αρχαία ρητά, είτε από εκκλησιαστική διδασκαλία και κείμενα, είτε από μύθους διδακτικούς του Αισώπου ή του λαού. Αλλά και σε κάθε γενεά οι γεροντότεροι φτιάχνουν νεώτερες παροιμίες. Πολλές προέρχονται από ιστορικά επεισόδια (Κατσώνης, Κολοκοτρωναίοι) ή από την επαφή μας με ξένους λαούς (Βαλκάνιους, Ιταλούς κ.α.). 

Η σημασία της παροιμίας στην εθνική μας ζωή είναι σπουδαιότατη, γιατί παιδαγώγησε επί αιώνες το λαό στο σωστό, στο ηθικό και στο πρακτικό. Του έδειξε τι πρέπει να κάνει στις δύσκολες ώρες και πώς να αντιμετωπίζει τον οποιονδήποτε εχθρό του. Κάποτε βέβαια οι παροιμίες διδάσκουν την ανειλικρίνεια και την σκληρότητα όπως για παράδειγμα: 

 - Ἀπὸ πίττα ποὺ δὲν τρῶς, τί σὲ μέλει κι ἄν καεῖ; 
- Χέρι ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ δαγκάσεις, φίλα το. 
- Δικοί μου, ὅσους κλείνει ἡ πόρτα μου. 

Ήταν όμως εποχές, που ο Έλληνας είχε πολλούς εχθρούς. Όσο οι συνθήκες του καλυτερεύουν, τόσο μπορεί να μην εφαρμόζει μερικές εγωιστικές παροιμίες. Οι περισσότερες πάντως είναι θαυμάσιος οδηγός τίμιας ζωής, με δοκιμασμένη πείρα. 

- Μὴν κάμεις, μὴ σοῦ κάμουνε, μὴν πεῖς, νὰ μὴ σοῦ ποῦνε. 

Συλλογή των παροιμιών μπορούμε να κάνουμε εύκολα α) παρακολουθώντας τον λόγο των άλλων (είναι η περίπτωση και της έμμεσης γονικής κληρονομιάς μας), β) ζητώντας να μας πουν οι γεροντότεροι όσες ξέρουν, γ) ψάχνοντας σε παλιά χειρόγραφα και αρχεία ή κάποτε σε παλιά δημοσιεύματα. (πάντα πρέπει να ζητούμε να σημειώνουμε την σημασία και την εφαρμογή τους.) 

Η κατάταξη τους έπειτα θα γίνει με τους εξής τρόπους: 

α) θα υπογραμμίσουμε στην κάθε παροιμία την βαρύνουσα λέξη κι ύστερα, με βάση τις λέξεις αυτές (που λέγονται λήμματα), θα βάλουμε τα κείμενα σε αλφαβητική σειρά Π.χ. 

- Ἀνεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα 
- Βράζει μὲ τὸ ζουμί του 
-Πάντα ὁ γέρος στὸ τιμόνι 
- Κακὴ γυναίκα καὶ καπνὸς σὲ διώχνουν ἀπ' τὸ σπίτι 


Η κατάταξη αυτή λέγεται λημματοθετική ή λεξικογραφική, και είναι εκείνη που εφαρμόζει ο Νικόλαος Πολίτης στις «Παροιμίες» του και την ακολουθεί και το αρχείο παροιμιών του Κέντρου Λαογραφίας. 
Υπάρχει όμως και β) η ειδολογική κατάταξη, που χωρίζει τις παροιμίες σε κεφάλαια από την φύση και την ζωή. Π.χ. μετεωρολογικές, γεωργικές, ιατρικές, οικογενειακές, ηθικές, θρησκευτικές, βιοσοφικές, οικονομολογικές κ.ο.κ. 
Άλλοι γ’ ) τις χωρίζουν σε αλληγορικές έννοιες (εννοιολογική κατάταξη), με λήμματα π.χ. αλήθεια, βιασύνη, δικαιοσύνη, ελευθερία, ζωτικότητα, κακία, θρησκευτικότητα κ.ο.κ. 
κι άλλοι δ’) τις σημειώνουν αλφαβητικά, από την πρώτη λέξη του κειμένου τους, αλλά αυτό μόνο σαν ευρετήριο της κάθε συλλογής συνιστάται.



υπό Ν. Γ. Πολίτου, Εν Αθήναις, 1896