Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Ορφικός ύμνος Θανάτου


Για έναν εκλεκτό και αλησμόνητο φίλο που έφυγε νωρίς...
αλλά θα είναι αθάνατος πάντα στις σκέψεις & στην καρδιά μας.. 


Charon Ferrying the Shades
Pierre Subleyras, 1699

Θυμίαμα μάνναν 

 Κλῦθί μευ, ὃς πάντων θνητῶν οἴηκα κρατύνεις 
πᾶσι διδοὺς χρόνον ἁγνόν , ὅσων πόρρωθ' ὑπάρχεις 
 σὸς γὰρ ὕπνος ψυχῆς θραύει καὶ σώματος ὁλκόν, 
 ἡνίκ' ἂν ἐκλύηις φύσεως κεκρατημένα δεσμὰ 
τὸν μακρὸν ζῴοισι φέρων αἰώνιον ὕπνον,
 κοινὸς μὲν πάντων, ἄδικος δ' ἐνίοισιν ὑπάρχων,
 ἐν ταχυτῆτι βίου παύων νεοήλικας ἀκμάς
 ἐν σοὶ γὰρ μούνῳ πάντων τὸ κριθὲν τελεοῦται 
οὔτε γὰρ εὐχαῖσιν πείθῃ μόνος οὔτε λιταῖσιν. 
ἀλλά, μάκαρ, μακροῖσι χρόνοις ζωῆς σε πελάζειν 
αἰτοῦμαι, θυσίαισι καὶ εὐχωλαῖς λιτανεύων, 
ὡς ἂν ἔοι γέρας ἐσθλὸν ἐν ἀνθρώποισι τὸ γῆρας. 


Μετάφραση 

Άκουσε με, συ που κρατείς όλων των ανθρώπων την ζωή,
και που δίδεις χρόνο αγνό εις εκείνους, από τους οποίους ευρίσκεσαι μακράν. 
Διότι ο δικός σου ύπνος τσακίζει την ψυχή και σύρει το σώμα, 
διότι διαλύεις τα συγκρατημένα δεσμά του σώματος (τα δεσμά πού συγκρατούν το σώμα), 
και φέρεις εις τους ζωντανούς τον μακρό αιώνιο ύπνο 
και είσαι μεν κοινός εις όλους, άλλ’ εις μερικούς δείχνεσαι άδικος, 
όταν με ταχύτητα θέτεις τέρμα του βίου εις ανθρώπους ακμαίους 
και νέους κατά την ηλικία 
διότι από εσένα μόνον εκτελείται εκείνο πού απεφασίσθη περί όλων 
διότι μόνον εσύ δεν πείθεσαι ούτε από προσευχές ούτε από παρακλήσεις. 
Αλλά ώ μακάριε, σου ζητώ να προσέρχεσαι ύστερα από πολλά έτη ζωής, 
και σε παρακαλώ γι αυτό με θυσίες και με προσευχές 
ώστε το γήρας να είναι για τους ανθρώπους καλό βραβείο.

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

Τό ἐλάφι καὶ ὁ ἥλιος



Τὸ παρὸν τραγοῦδι πρόκειται δι΄ ἕνα πατέρα καὶ τὸν ὑιόν του, ἐκτελεσθέντας κατόπιν αὐθεραίτου διαταγῆς τοῦ σουλτάνου ἤ τελείως ἀδίκως ἀπὸ κάποιον πασᾶ.Ἀλλὰ ἐδῶ τὸ θέμα δὲν λαμβάνεται ἱστορικῶς καὶ κατὰ τρόπον ἄμεσον , ἀλλὰ παρουσιάζεται κάτω ἀπό ἀλληγορικὸν πέπλον. Ἡ σύζυγος τοῦ πρώτου καὶ μητέρα τοῦ νέου, τῶν δύο θυμάτων, θρηνεῖ τὴν δυστυχίαν της ὑπό τὴν συμβολικὴν μορφὴν μιᾶς ἐλαφίνας, ἡ ὁποία ἔχασε τὸ ταίρι της καὶ τὸ ἐλαφάκι της ἀπό τὰ κτυπήματα σκληροῦ κυνηγοῦ. Τὴν πολὺ ἁπλῆν αὐτὴν ἀλληγορίαν διηγεῖται ὁ ποιητὴς μὲ αἴσθημα καὶ μὲ ποίησιν καὶ τὸ ὕφος τοῦ τραγουδιοῦ παρουσιάζει ζωηρὰν καὶ τολμηρὰν χάριν καὶ θὰ ἦτο παράτολμον νὰ προσπαθήσω νὰ καθορίσω τὴν χάριν αὐτήν τοῦ τραγουδιοῦ, ἀλλὰ καὶ λυπηρόν, ἄν δὲν τὴν αἰσθανθῶμεν. 

Τὸ τραγοῦδι συνετέθη εἰς τὴν μεσηβρινὴν Ἀκαρνανίαν, ὅπου εἶναι ἤδη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διαδεδομένων μεταξύ τοῦ λαοῦ. Οἱ νέοι καὶ οἱ μεσήλικες, οἱ ὁποῖοι τὸ τραγουδοῦν, τὸ γνωρίζουν ἀπὸ γέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνεθυμοῦντο ἀκριβῶς πότε τὸ εἶχον μάθει. Ὁ σκοπός του εἶναι πολύ λυπηρὸς καὶ συνήθως τὸ τραγουδοῦν μόνον εἰς λυπηρὰ γεγονότα, εἰς στιγμὰς λύπης, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἤδη προετοιμασμένη νὰ δεχθῆ ὡς ἰδικήν της κάθε ἀληθινήν ἐκδήλωσιν τῆς λύπης ἑνός ἄλλου. 


Τό ἐλάφι καὶ ὁ ἥλιος 

Ὅλην τὴν μαύρην κ’ ἄγριαν νύχτα μὲ τὸ φεγγάρι, 
Καὶ τὴν αὐγὴν μὲ τὴν δροσιάν, ὅσον νὰ ρήξ’ ὁ ἥλιος, 
Τρέχουν τ’ ἀλάφια ’στὰ βουνά, τρέχουν τ’ ἀλαφομόσχια, 
Μιὰ ἀλαφίνα ταπεινή, δὲν πάγει μὲ τὰ ἄλλα· 
Μόνον τ’ ἀπόσκια περπατεῖ, καὶ τὰ ζερβὰ κοιμᾶται, 
Κ’ ὅθ’εὕρη γαργαρόν νερόν, θολόνει καὶ τὸ πίνει. 
Ὁ ἥλιος τὴν ἀπάντησε, στέκει καὶ τὴν ρωτάει· 
« Τὶ ἔχεις ἀλαφίνα μου; Δὲν πᾶς καὶ σῦ μὲ τ’ ἄλλα; 
 «Ἥλιε μου, σὰν μ’ ἐρώτησες, νὰ σοῦ τ’ ὁμολογήσω· 
«Δώδεκα χρόνους ἔκαμα, στεῖρα,δίχως μοσχάρι· 
 «Κ’ ἀπό τοὺς δώδεκα κ’ ἐμπρός, ἀπόχτησα μοσχάρι. 
«Τὸ ἔθρεψα τ’ ἀνάθρεψα, τὸ ’καμα δύο χρόνων. 
«Καὶ κυνηγὸς τ’ ἀπάντησε, ρήχνει καὶ τὸ σκοτώνει. 
«Ἀνάθεμά σε, κυνηγέ, καὶ σὲ καὶ τὰ καλά σου· 
«Σῦ μ’ ἔκαμες κ’ ὠρφάνεψα ἀπό παιδί κ’ ἀπ’ ἄνδρα!». 


Ἀπὸ τὴν συλλογὴ τοῦ Claude Fauriel "Τὰ Ἑλληνικὰ Δημοτικὰ Τραγούδια", (1824), 
μετάφραση Ἀπ.Δ.Χατζηεμμανουῆλ.