Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

Από την αρχαία Αθαμανία έως τα νεότερα Τζουμέρκα




Σύντομη ιστορική αναδρομή 

Η πορεία των Τζουμέρκων μέσα στο χρόνο υπήρξε μακραίωνη και πολυτάραχη. Ήδη από την Eποχή του Χαλκού και πιο συγκεκριμένα περίπου στο 2000 π.Χ., περίοδο άφιξης των πρώτων ελληνόφωνων φύλων στην Ήπειρο (σημ. 1), εγκαθίσταται στη συγκεκριμένη περιοχή το φύλο των Αθαμάνων (σημ. 2). Από αυτό πήρε και το όνομά της και έτσι έκτοτε έμεινε γνωστή ως Αθαμανία. 

Οι φιλολογικές πηγές επιβεβαιώνουν την άφιξη του φύλου των Αθαμάνων με τα υπόλοιπα ελληνόφωνα φύλα και την εγκατάστασή του στην προαναφερθείσα περιοχή (σημ. 3). Η έλλειψη όμως συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας (σημ. 4) αποτελεί ανάσχεση στη μελέτη της πορείας και δράσης του, τόσο κατά την προϊστορική εποχή όσο και κατά την κλασική αρχαιότητα και έως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. (σημ. 5). Δυστυχώς, οι ελάχιστες αναφορές στις γραπτές πηγές και τα σποραδικά αρχαιολογικά ευρήματα δεν προσφέρουν παρά αποσπασματικά στοιχεία που αποδεικνύουν την κατοίκηση της Αθαμανίας από ένα ελληνικό γεωργικό φύλο, το οποίο, λόγω της γεωγραφικής του απομόνωσης και των δυσχερειών διαβίωσης, παρέμεινε σε πρωτόγονη κατάσταση σε σύγκριση με τη νότια Ελλάδα (σημ. 6). 

Με το πέρασμα στον 4ο αι. π.Χ., που αποτελεί αφετηρία της γενικότερης πολιτικής οργάνωσης της Ηπείρου κατά τα νοτιοελλαδικά πρότυπα, της πολιτιστικής ανάπτυξης και της ενεργής συμμετοχής των διαφόρων πόλεων-κρατών της στα ελληνικά πράγματα (σημ. 7), εμφανίζονται στο προσκήνιο και οι Αθαμάνες. Πιο συγκεκριμένα, χωρίς να είναι γνωστή η πολιτική τους οργάνωση καθώς και ο χρόνος ίδρυσης του ομώνυμου βασιλείου, συμμετέχουν δυναμικά στα μεγάλα πολιτικά και πολεμικά γεγονότα της νοτίου Ελλάδος (σημ. 8). Στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. θα προσαρτηθούν στο βασίλειο του Πύρρου, ο οποίος εκτίμησε την καίρια γεωγραφική θέση της περιοχής και θα τον ακολουθήσουν στις εκστρατείες του (σημ. 9). Μετά το θάνατο και τη διάλυση του βασιλείου του, θα αποτελέσουν μέλη της Συμμαχίας των Ηπειρωτών (σημ. 10). 

Στα τέλη του 3ου και στο πρώτο ήμισυ του 2ου αι. π.Χ. και έως τη ρωμαϊκή κατάκτηση της Ηπείρου, η Αθαμανία, ως ανεξάρτητο πλέον βασίλειο, θα βρεθεί στο επίκεντρο των πολεμικών και πολιτικών εξελίξεων και μάλιστα θα πρωταγωνιστήσει (σημ. 11), κυρίως χάρη στην προσωπικότητα του χαρισματικού και δραστήριου βασιλιά της Αμύνανδρου. 

Μετά το 167 π.Χ. και τη ρωμαϊκή κατάκτηση, η Αθαμανία, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος, θα καταστραφεί και θα ερημωθεί. Οι κάτοικοί της θα μεταφερθούν σε πεδινές ή παραθαλάσσιες θέσεις και στα μεγάλα αστικά κέντρα, κατά τη συνήθη τακτική των Ρωμαίων. Συνολικά, καθ’ όλη την περίοδο της ρωμαιοκρατίας, η ορεινή άγονη και απομονωμένη Αθαμανία, σχεδόν έρημη και εγκαταλελειμμένη, θα ακολουθήσει την παρακμή και γενικά την πορεία της υπόλοιπης Ηπείρου (σημ. 12). 

Κατά τη διάρκεια της επόμενης βυζαντινής περιόδου, η περιοχή αρχικά θα υπαχθεί διοικητικά στην επαρχία Παλαιάς Ηπείρου και αργότερα στο θέμα Νικοπόλεως, θα γνωρίσει τις αλλεπάλληλες βαρβαρικές επιδρομές, ίσως όχι με την ίδια ένταση όσο η υπόλοιπη πιο εύκολα προσβάσιμη Ήπειρος και κυρίως τα αστικά κέντρα της ύστερης αρχαιότητας, τις λεηλασίες, τη σλαβική κατάκτηση, την πρόσκαιρη βουλγαρική κατοχή, ενώ μετά το 1204 θα αποτελέσει τμήμα του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου. 

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πορεία της Αθαμανίας ενσωματώνεται και ταυτίζεται με την αντίστοιχη της υπόλοιπης Ηπείρου. Επειδή όμως η έρευνα και για την περίοδο αυτή βρίσκεται σε αρχικό ακόμη στάδιο, ενώ και τα ελάχιστα υπάρχοντα στοιχεία προσφέρουν πολύ γενικές πληροφορίες, θα πρέπει να περιοριστούμε σε γενικεύσεις και υποθέσεις σχετικά με τη θέση της και την πορεία της στο πλαίσιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 

Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχουν στοιχεία και μαρτυρίες για τον πληθυσμό και τις αυξομειώσεις του, τις θέσεις εγκατάστασης και τη μορφή τους, τις τυχόν πολεμικές επιχειρήσεις και γενικότερα την οικονομική, πολιτική και κοινωνική οργάνωση. Ωστόσο, ο χώρος της Αθαμανίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως στρατηγικής σημασίας πέρασμα, το οποίο ένωνε την Ήπειρο με τη Θεσσαλία και ήλεγχε τμήμα του χερσαίου οδικού δικτύου. Η σημασία του αυτή είχε γίνει αντιληπτή ήδη από την κλασική αρχαιότητα, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι αποτέλεσε συχνά αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα σε διάφορα φύλα (σημ. 13). 

Δεδομένου ότι οι ανάγκες επαφής και επικοινωνίας της Ηπείρου με τις όμορες περιοχές δεν μεταβλήθηκαν ουσιαστικά στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας, φαντάζει λογική η υπόθεση ότι η Αθαμανία εξακολούθησε να διατηρεί την εξέχουσα θέση που της εξασφάλιζε η γεωγραφία της. Λειτουργούσε επομένως ως μία από τις κύριες διόδους προς τη Θεσσαλία, μια περιοχή με την οποία η Ήπειρος είχε ιδιαίτερες σχέσεις και παράλληλη ιστορική πορεία. 

Η σημασία της αυξήθηκε την περίοδο του «Δεσποτάτου», καθώς η Αθαμανία δεν απέχει ιδιαίτερα από την πρωτεύουσά του Άρτα, ενώ, επιπλέον, από αυτή διερχόταν και η κυριότερη οδική αρτηρία που ένωνε απευθείας την Άρτα με τα Τρίκαλα και την Ήπειρο με τη Θεσσαλία. Έτσι λοιπόν, η ορεινή και απομονωμένη, αλλά στρατηγικού χαρακτήρα πέρασμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αθαμανία βρίσκεται την εποχή του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου να πλαισιώνει την πρωτεύουσά του και να διασφαλίζει τμήμα της χερσαίας επικοινωνίας της. Η εξέχουσα θέση της δεν αποτελεί πλέον υπόθεση. Αντίθετα, αποδεικνύεται από την ίδρυση στην περιοχή της Κόκκινης Εκκλησιάς Βουργαρελίου και την πλαισίωσή της από την αντίστοιχη Πόρτα Παναγιά στην Πύλη Τρικάλων (σημ. 14). Τα δύο μνημεία δηλαδή είναι τοποθετημένα κοντά στις δύο αφετηρίες της οδικής αρτηρίας, την οποία και ορίζουν. 

Πόρτα Παναγιά

Επιπρόσθετες πληροφορίες για την ίδια περίοδο αντλούνται και από δύο πολύ σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες, οι οποίες ωστόσο δεν κατέστη ακόμη δυνατό να αποδοθούν με πλήρη βεβαιότητα στην περιοχή των Τζουμέρκων (σημ. 15). Πιο συγκεκριμένα, στο βιβλιογραφικό σημείωμα του κώδικα Cromwell 11 του 1225 (σημ. 16), ενός από τα Ηπειρωτικά Χειρόγραφα, ο γραφέας του, αναγνώστης Μιχαήλ Παπαδόπουλος, διασώζει, ανάμεσα σε άλλες πληροφορίες, ότι ο ίδιος ήταν υιός του ιερέως Γεωργίου, καταγόμενος από το θέμα των Ιωαννίνων και κάτοικος στο δρόγγο Τζεμερνίκου. Αντίστοιχα στο χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου του 1321, με το οποίο παραχωρήθηκαν προνόμια στη νεοσυσταθείσα μητρόπολη όπως και στην πόλη των Ιωαννίνων, η ενορία Τζεμερνίκου συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πέντε ενορίες του θέματος των Ιωαννίνων. Από τις δύο προαναφερθείσες πηγές, αποδεικνύεται η κατοίκηση της περιοχής κατά την Υστεροβυζαντινή περίοδο. Επιπλέον, αποκαλύπτεται η διοικητική της διαίρεση, καθώς ο όρος δρόγγος χαρακτηρίζει την ορεινή διοίκηση σε ποικίλες μεσαιωνικές πηγές, αλλά και η αντίστοιχη εκκλησιαστική καθώς αποτελούσε ενορία του θέματος Ιωαννίνων, υπαγόμενη στην ομώνυμη Μητρόπολη. Τα παραπάνω στοιχεία, σε συνδυασμό με την παραγωγή χειρογράφων στην ορεινή και δυσπρόσιτη περιοχή του Τζεμέρνικου, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά την περίοδο του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου, όχι μόνο κατοικούνταν ή θεωρούνταν στρατηγικής σημασίας λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης, αλλά ήταν πλήρως ενταγμένη στη δομή και διοίκηση τόσο του κράτους όσο και της Εκκλησίας, διάγοντας μάλιστα και μια εποχή γενικότερης ακμής. 

Η αμέσως επόμενη ιστορική περίοδος είναι εκείνη της μακραίωνης οθωμανικής κυριαρχίας. Δυστυχώς και για τη συγκεκριμένη περίοδο θα περιοριστούμε κυρίως σε υποθέσεις και γενικεύσεις, καθώς και πάλι τα στοιχεία είναι πενιχρά. Πιο συγκεκριμένα, μετά τη συνθηκολόγηση των Ιωαννίνων το 1430 και την αναίμακτη παράδοση της Άρτας το 1449, οι Οθωμανοί, εκτιμώντας την καίρια γεωγραφική θέση και τη μεγάλη σημασία της περιοχής των Τζουμέρκων, επιδίωξαν να την υποτάξουν, προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στην ευρύτερη επικράτεια και να αποφύγουν τυχόν επαναστατικά κινήματα, τα οποία θα μπορούσε να υποθάλψει εξαιτίας της ορεινής και δυσπρόσιτης γεωμορφολογία της. 

Ωστόσο, οι κάτοικοι, όπως και σε άλλα τμήματα της ηπειρωτικής υπαίθρου, π.χ. Ανατολικό Ζαγόρι και τμήματα της περιοχής του Μαλακασίου, δεν υποτάχτηκαν αμέσως αλλά εξακολούθησαν να αντιστέκονται. Τελικά, το 1478 θα αναγκαστούν να συνθηκολογήσουν, πετυχαίνοντας όμως προνομιακό καθεστώς ημιανεξαρτησίας και αυτοδιοικήσεως, με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Επιπλέον, ορισμένα χωριά, π.χ. Καλαρρύτες, Συρράκο, τέθηκαν υπό την προστασία της βασιλομήτορος Βαλιδέ Σουλτάνας εξαιτίας της στρατηγικής τους θέσης (σημ. 17), καθώς ήλεγχαν τα περάσματα της Πίνδου. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα και την ιδιαίτερη μεταχείρισή τους. Έτσι, τα Τζουμέρκα δεν θα γνωρίσουν τις αυθαιρεσίες και τις βιαιότητες του Οθωμανού κατακτητή, όπως άλλες ηπειρωτικές περιοχές (σημ. 18). Αντίθετα και εξαιτίας της σχετικής αυτονομίας που απολάμβαναν, θα αποτελέσουν καταφύγιο για πολλούς δοκιμαζόμενους Έλληνες, που εγκατέλειπαν τις εστίες τους στις πεδινές θέσεις και επιδίωκαν την εγκατάστασή τους σε ορεινές και δυσπρόσιτες περιοχές. 


Καλαρρύτες Ιωαννίνων

Τα προνόμια και η σχετική ηρεμία θα διατηρηθούν έως τις αρχές του 17ου αι. Βέβαια, σταδιακά είχαν αρχίσει να μειώνονται και να καταπατούνται (σημ. 19). Ωστόσο, με αφορμή το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του Διονυσίου Φιλοσόφου στα Γιάννενα (1611), καταργήθηκαν τόσο τα προνόμια όσο και η ευνοϊκή μεταχείριση πολλών ηπειρωτικών περιοχών (σημ. 20). Έκτοτε, ο ζυγός της δουλείας έπεσε βαρύς επάνω στα χωριά των Τζουμέρκων, όπως και στην υπόλοιπη Ήπειρο, ενώ οι αρπαγές, οι ληστείες, οι λεηλασίες, οι αυθαιρεσίες, η βαριά φορολογία, οι εξισλαμισμοί, το παιδομάζωμα και οι διωγμοί διαδέχονταν τις περιόδους ηρεμίας και ευημερίας. 

Στα τέλη του 17ου αι. και πιο συγκεκριμένα μετά τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699) (σημ. 21), τα Τζουμέρκα θα γνωρίσουν μια περίοδο ακμής με τον πληθυσμό τους να αυξάνεται σημαντικά, κυρίως από την εγκατάσταση κατοίκων από τις γύρω περιοχές, τα διαλυμένα χωριά να ανασυγκροτούνται και να ιδρύονται νέα και μια γενικότερη οικοδομική δραστηριότητα να παρατηρείται σε ολόκληρη την επικράτεια. 

Κατά τον 18ο αι. και έως την άνοδο στο θρόνο του πασαλικίου της Ηπείρου του Αλή πασά (1788), εκτός από τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη και ακμή, παρατηρείται στην περιοχή και μια έντονη κινητικότητα ένοπλων ομάδων (σημ. 22), οι οποίες, καλά οργανωμένες, παρακολουθούν τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο και είναι έτοιμες να ξεσηκωθούν. Βέβαια, οι κινήσεις τους γίνονται αντιληπτές από τους κατακτητές. Ως συνέπεια, συχνά επεμβαίνουν, με ασήμαντες αφορμές, τρομοκρατώντας, καταπιέζοντας και βασανίζοντας τους κατοίκους. Επομένως, η ησυχία, η ηρεμία και η γενικότερη ανάπτυξη διακόπτονται από λεηλασίες, αυθαιρεσίες, πυρπολήσεις, σφαγές κ.ά. 

Την περίοδο διακυβέρνησης της Ηπείρου από τον Αλή πασά (1788-1822), τα χωριά των Τζουμέρκων θα αναπτυχθούν περαιτέρω πληθυσμιακά και οικονομικά (σημ. 23), ως αποτέλεσμα της καλής οργάνωσης και διοίκησης του κράτους του που απέφερε γενικότερη ηρεμία, ανάπτυξη και ακμή αλλά και εξαιτίας της ιδιαίτερης προσοχής που έτυχε η περιοχή συνολικά λόγω της καίριας γεωγραφικής της θέσης, κυρίως ως πέρασμα προς τη Θεσσαλία (σημ. 24). 

Παράλληλα, θα αισθανθούν σε μεγάλο βαθμό και τη σκληρότητα του σατράπη της Ηπείρου, καθώς βρίσκονταν σε συνεχή επαναστατικό αναβρασμό και αποτελούσαν καταφύγιο ένοπλων ομάδων που συχνά αψηφούσαν την εξουσία του Αλή (σημ. 25). Έτσι, συχνά ήταν και τα ιδιαίτερα σκληρά αντίποινά του, προκειμένου να επαναφέρει την τάξη και να διατηρεί τον έλεγχο. 

Ήδη όμως από το 1818, τα νέα για τη Φιλική Εταιρεία φτάνουν στην Άρτα και αρκετοί Τζουμερκιώτες θα μυηθούν σε αυτή (σημ. 26). Πλησιάζοντας στις παραμονές της επανάστασης του 1821, οι μαρτυρίες, τα στοιχεία και οι πληροφορίες για την περιοχή πληθαίνουν, καθώς η συμμετοχή των χωριών και των κατοίκων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα στάθηκε ιδιαίτερα μεγάλη και σημαντική, αναλογικά με τα δεδομένα της (σημ. 27). 

Αρματωλός των Τζουμέρκων

Πιο συγκεκριμένα, ενώ η μύηση στη Φιλική Εταιρεία συνεχιζόταν, οι ένοπλες ομάδες οργανώθηκαν συστηματικότερα, ήρθαν σε συνεννοήσεις με καπεταναίους και άλλες αντίστοιχες ομάδες και βρίσκονταν σε συνεχή ετοιμότητα. Τελικά, στις 15 Μαΐου 1821, θα κηρυχτεί επίσημα η επανάσταση στη μονή του Αγ. Γεωργίου στο Βουργαρέλι. Έκτοτε, οι όμορες περιοχές των Τζουμέρκων και του Ραδοβιζίου βρίσκεται σε διαρκή αναταραχή. Αρκετές σκληρές μάχες διεξάγονται στα εδάφη τους και πολλά χωριά υφίστανται τα αντίποινα των κατακτητών: λεηλασίες, καταστροφές ή καίγονται και αφανίζονται ολοκληρωτικά, π.χ. Άγναντα, Συρράκο, Καλαρρύτες. Επιπλέον, Τζουμερκιώτες αγωνιστές εντοπίζονται σε ολόκληρη την Ήπειρο και τμήματα της Στερεάς Ελλάδας να μάχονται με ιδιαίτερη ανδρεία. 

Μετά το τέλος της επανάστασης και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κράτους, η περιοχή των Τζουμέρκων, παρά την πολύπλευρη προσφορά της και τις θυσίες της, δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτό, όπως και η υπόλοιπη Ήπειρος, αλλά παρέμεινε υπό οθωμανική διοίκηση. Η δίψα όμως για ελευθερία και η σφοδρή επιθυμία προσάρτησης στο νεοϊδρυθέν ελληνικό κράτος οδήγησαν στο ξέσπασμα μιας σειράς νέων, τοπικών αυτή τη φορά, επαναστατικών κινημάτων (σημ. 28). Οι μάχες που διεξήχθησαν ήταν σκληρές και αιματηρές, ενώ και πάλι τα χωριά θα υποστούν τα αντίποινα των κατακτητών. 

Ως αποτέλεσμα όμως των συνεχιζόμενων αυτών αγώνων και της διπλωματίας, ήρθε η προσάρτηση των Τζουμέρκων στο ελληνικό κράτος το 1881, μαζί με τμήματα της Θεσσαλίας και της Άρτας (σημ. 29). Αφού επιτεύχθηκε ο μεγάλος αυτός στόχος, η περιοχή δεν θα ειρηνεύσει. Αντίθετα, θα ακολουθήσει την ταραγμένη πορεία της νεότερης Ελλάδας (σημ. 30), συμμετέχοντας στα μεγάλα πολεμικά γεγονότα και εξακολουθώντας έως τη σύγχρονη εποχή να αποτελεί κοιτίδα αγωνιστών και αντίστασης στον εκάστοτε κατακτητή. 

Κωνσταντίνα Ζήδρου Αρχαιολόγος, 
Κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Υποψήφια διδάκτωρ αρχαιολογίας του ιδίου Πανεπιστημίου



ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Χειμερινό Hλιοστάσιο



...κι αν κρύψαν το Φως τ' Ουρανού 
τα νέφη λογχίζει ο Ήλιος...

Με τον όρο ηλιοστάσιο, ο οποίος προέρχεται από το ουσιαστικό Ἥλιος και το ρήμα ἵσταμαι καλούμαι το φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ο Ήλιος επιβραδύνει την κίνησή του, ώσπου την αυγή της 21ης Δεκεμβρίου η κίνηση αυτή μηδενίζεται και αντιστρέφεται η φορά της, οδηγώντας σταδιακά μετά από 6 μήνες στην μεγίστη του κυριαρχία στον ουρανό κατά το Θερινό Ηλιοστάσιο της 21ης Ιουνίου. 

Κατά το Ηλιοστάσιο του Δεκεμβρίου ο ήλιος φτάνει στην πιο νότια κλίση του στους -23,5 βαθμούς, με άλλα λόγια δηλαδή σημαίνει ότι ο Βόρειος Πόλος κλίνει 23,5 μοίρες μακριά από τον ήλιο. Συνέπεια τούτου είναι η έναρξη της μικρότερης ημέρας του έτους, δεδομένου ότι ο Ήλιος κάνει την μικρότερη εμφάνισή του στον ουρανό, ενώ το σκοτάδι διαρκεί περισσότερο από κάθε άλλη νύχτα (υπολογίζεται δε στις 14 ώρες και 29 λεπτά). 


Ημερολογιακά, το χειμερινό ηλιοστάσιο μπορεί να σημειωθεί από τις 20 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Τελευταία φορά που κάτι τέτοιο πραγματοποιήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου ήταν το 1903, ενώ η επόμενη θα είναι το 2303. Ακόμη πιο σπάνια είναι η 20ή Δεκεμβρίου με την επόμενη να συμβαίνει το 2080, σύμφωνα με μελέτες του Ψηφιακού Πλανηταρίου, του Ευγενιδείου Ιδρύματος. 

Οι διαφορετικές ημερομηνίες του ηλιοστασίου οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στο ημερολογιακό σύστημα. Ωστόσο, η τροπική χρόνια, η οποία προσδιορίζει το μήκος του χρόνου που χρειάζεται ο ήλιος για να επανέλθει στην ίδια θέση στον κύκλο των εποχών είναι διαφορετική από το ημερολογιακό έτος και ποικίλλει από χρόνο σε χρόνο, λόγω της επίδρασης των άλλων πλανητών. Έτσι, από αστρονομικής σκοπιάς ορίζονται αντιστοίχως ως οι χρονικές στιγμές κατά τις οποίες ο άξονας περιστροφής του πλανήτη εμφανίζεται στραμμένος όσο περισσότερο προς ή μακριά από τον Ήλιο κατά την ετήσια τροχιά του πλανήτη γύρω από αυτόν. 


Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους λαούς, κατά πως του αρμόζει, καθώς θεωρείτο ο δημιουργός των εποχών του έτους και των κυκλικών εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές, από την σπορά έως την βλάστηση και από την ανθοφορία ως την συγκομιδή.

Αδιαμφισβήτητο γεγονός δε, αποτελεί η επιρροή του τις ζωές των ανθρώπων στο πέρασμα των αιώνων, ιδιαιτέρως μέσα από την τέχνη, την λογοτεχνία, την μυθολογία και φυσικά την θρησκεία. Εξάλλου, πολύ πριν από τον Χριστιανισμό, οι περισσότερες θρησκείες είχαν τοποθετήσει σ΄ αυτή την περίοδο την γέννηση των θεών τους. Ο περσικός ηλιακός θεός Μίθρα, οι αιγυπτιακοί Όσιρις και Ώρος, ο Βάαλ, και φυσικά, ο Δίας και ο ημίθεος Ηρακλής είναι μόνο λίγοι από τους θεούς που θεωρείται ότι γεννήθηκαν στο διάστημα αυτό. 

Ένα εκ των γνωστότερων παραδειγμάτων αποτελούν οι εορτασμοί των Αρχαίων Ρωμαίων στις 25 Δεκεμβρίου τα λεγόμενα Μπρουμάλια ( λέξη η οποία υποδηλώνει την μικρότερη ημέρα του χρόνου, dies brevissima > brevma > bruma, δηλ.το χειμερινό ηλιοστάσιο). Σε αυτά τιμούσαν την «ημέρα της γεννήσεως του αήττητου Ήλιου» (dies natalis invicti Solis), αφού ο Ήλιος από εκείνες τις ημέρες έπαυε να χαμηλώνει την τροχιά του και άρχιζε να επανέρχεται ψηλά στον ουρανό ως θριαμβευτής για να ξαναφέρει την ζέστη και την ζωή στην παγωμένη φύση. 




Στην Σκανδιναβία συναντάμε την αρχαία εορτή της Yule (Γιούλ) ή Juul, λέξη η οποία ενδεχομένως προέρχεται από την Νορβηγική Jol, και αποτελούσε μια προ-χριστιανική γιορτή κατά την οποία οι αρχαίοι πιστοί γιόρτασαν την αναγέννηση του Θεού Ήλιου και τις ημέρες με περισσότερο φως. Κατά την διάρκεια της εορτής άναβαν φωτιές για να συμβολίσουν την θερμότητα, το φως και την ζωή που δίνονταν με την επιστροφή του Ηλίου. Επίσης, τελούνταν θυσίες ζώων όλων των ειδών και με το αίμα αυτών ράντιζαν τα βάθρα των ειδώλων, τους τοίχους του ναού καθώς και τα σώματα των παρευρισκομένων ανδρών. Τέλος, γίνονταν προπόσεις . αρχικά στον Οντίν για την νίκη και για δύναμη στον βασιλιά και ακολουθούσαν προπόσεις για καλή σοδειά και ευημερία. Δυστυχώς, σήμερα πλέον η ονομασία JUL χρησιμοποιείται για τον εορτασμό των Χριστουγέννων. 

Περισσότερα περί των εθίμων της εορτής του Κοσμικού Φωτός και του Ηλίου, προερχόμενα από την αρχέγονη υπερβορεία παράδοση μπορείτε να διαβάσετε εδώ 

Στην Αγγλία, την Γερμανία, την Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, εορτάζονταν με ανάλογο τρόπο, ωστόσο η τέφρα από την αναμμένη πυρά συλλέγονται και είτε σκορπίζονταν στα χωράφια ως λίπασμα είτε διατηρούνταν ως φάρμακο. Μάλιστα, οι Γάλλοι αγρότες πίστευαν ότι αν οι στάχτες φυλαχθούν στο σπίτι τους , αυτό θα προστατεύονταν από βροντές και κεραυνούς. 

Στην Κελτική παράδοση και όχι μόνο, κυρίαρχο ρόλο παίζει το γκι ή ιξός, όπως είναι η ελληνική ονομασία του φυτού, για τις μαγικές του ιδιότητες καθώς θεωρούσαν ότι λειτουργούσε ως άριστο αντίδοτο του δηλητηρίου. Η προέλευση του συνδέεται άμεσα και με τους Δρυίδες, οι οποίοι διακοσμούσαν με αυτά τις καλύβες τους κατά την διάρκεια του χειμώνα, για να τα χρησιμοποιούν τα πνεύματα και οι νεράιδες του δάσους ως κατοικία τους. Σύμφωνα, τέλος, με την μυθολογία της ρουνικής παράδοσης των τευτονικών λαών, η θεά της αγάπης, Frigga συνδέεται με το γκι. Ο γιος της Frigga, Balder ήταν άτρωτος από οτιδήποτε φύτρωνε στην γη. Ένας εχθρός, όμως του Balder, ο Loki, θεός του κακού, ήξερε πως μόνο ένα φυτό δεν φυτρώνει ούτε πάνω ούτε κάτω στην γη και αυτό ήταν το γκι, διότι ήταν το μόνο το οποίο φυτρώνει μόνο πάνω στον κορμό της μηλιάς και της βελανιδιάς. Έφτιαξε, λοιπόν, ένα βέλος από γκι και σκότωσε τον Balder. Για τρεις μέρες, όλο το σύμπαν προσπαθούσε να επαναφέρει τον Balder στην ζωή. Τελικώς, η μητέρα του τα κατάφερε και η παράδοση λέει ότι τα δάκρυα που έχυσε για τον γιο της μεταμορφώθηκαν σε κόκκινους καρπούς πάνω στο φυτό. 
 
Οι βόρειοι λαοί, και κυρίως οι Άγγλοι, πιστεύουν ότι το γκι είναι το σύμβολο της αγάπης, της ειρήνης και της ευημερίας, γι' αυτό άλλωστε και το επιλέγουν για να στολίσουν μ' αυτό τα σπίτια τους τις γιορτινές ημέρες του ηλιοστασίου καθώς και της ελεύσεως του νέου έτους.

Ωστόσο, γκι συναντάμε και στις παραδόσεις των Ρωμαίων, οι οποίοι συνήθιζαν να στέλνουν κλαδιά δέντρων μαζί με άλλα δώρα στους φίλους τους, κατά την διάρκεια του εορτασμού του ηλιοστασίου, γεγονός που συναντάμε σε αναφορές του Πλίνιου. Επιπλέον, θεωρείται ότι αν το γκι φυτευτεί κοντά σε ένα σπίτι ή αγρόκτημα διώχνει μακριά το δηλητήριο και το προστατεύει από την μαγεία. 

Στην Ελληνική παράδοση παρατηρούμε παρόμοια έθιμα όπως οι καλλικάντζαροι, το Δένδρο του Κόσμου, έθιμα με φωτιές με άλματα και χορούς επάνω και γύρω τους, όπως ακριβώς στις βόρειες χώρες και λοιπές μνήμες που παραπέμπουν στην αρχέγονη Υπερβορεία Παράδοση και προέλευση, τα οποία μεταγενέστερα συνδέθηκαν με την γιορτή των Χριστουγέννων και κάποιοι από αυτά έχουν περιοριστεί ή τείνουν να χαθούν. Ενδεικτικά θα αναφερθούν μερικά έθιμα που σχετίζονται με την πυρά.


Λέγεται λοιπόν, ότι στην Κεντρική Ελλάδα σε αναγνώριση της επιστροφής του Ηλίου οι πατεράδες με τους γιους έφερναν στο σπίτι μεγάλα καυσόξυλα, που τους έβαζαν φωτιά και όλοι γιόρταζαν μέχρι να καούν τα ξύλα. Μάλιστα, η παράδοση παρέδιδε ότι κάθε σπίθα από την φλόγα συμβόλιζε το πόσα νέα ζωντανά θα γεννιούνταν το νέο χρόνο στο κάθε σπιτικό. 

Στην Θεσσαλία, τα νεαρά παιδιά, κορίτσια και αγόρια, μάζευαν μικρά κλαδιά (κλαδιά κέδρου για τα κορίτσια και κλαδιά αγριοκερασιάς για τα αγόρια) που αντιπροσώπευαν τις προσωπικές τους επιθυμίες και τα τοποθετούσαν δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Έπειτα, παρακολουθούσαν την καύση με αγωνία αφού το κλαδί που καιγόταν πρώτο σήμαινε καλούς οιωνούς για τον κάτοχό του. 

Στα χωριά της βορείου Ελλάδος, ο νοικοκύρης κάθε σπιτιού ψάχνει στα χωράφια και διαλέγει το πιο όμορφο και γερό ξύλο από πεύκο ή ελιά και το μεταφέρει σπίτι του. Η νοικοκυρά έχει ήδη φροντίσει να καθαρίσει το σπίτι και ιδιαιτέρως το τζάκι με μεγάλη προσοχή, ώστε να μη μείνει ούτε ίχνος από την παλιά στάχτη. Καθαρίζει ακόμη και την καπνοδόχο του σπιτιού, ώστε να μη μπορέσουν να κατέβουν οι καλικάντζαροι και τα κακά δαιμόνια, Το βράδυ του ηλιοστασίου , όταν όλη η οικογένεια είναι μαζεμένη γύρω από το τζάκι , ο νοικοκύρης του σπιτιού ανάβει την καινούρια φωτιά και καθώς ζεσταίνει η φωτιά δίνει το απαιτούμενο φως και την θερμότητα στον Ήλιο ώστε να νικήσει το σκοτάδι και να επανέλθει ως θριαμβευτής στον θρόνο του.

Την ημέρα της κορυφώσεως της πάλης η φαυλότης φαίνεται προσωρινώς να υπερισχύει, τελικώς όμως το Φως κατανικά το σκότος• το Φως, άυλο θαυμαστό σύμβολο της αληθείας, της σοφίας, της αρετής θριαμβεύει! Ο ζωοδότης Ήλιος επιστρέφει νικητής στον ουρανό και στολίζει και λαμπρύνει την Φύση με τα φωτεινότερα χρώματα του!

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Περί μύθων & ιστορικών παραδόσεων του αρχαίου κόσμου




Οι αρχαιότερες πηγές όλων των λαών εμπεριείχαν μεν ιστορικές παραδόσεις αναφερόμενες είτε στην αρχέγονη κατάσταση του σύμπαντος κόσμου είτε απλώς στην απαρχή του εκάστοτε λαού, αλλά και ιστορικά εκτιθέμενα φιλοσοφήματα, εικασίες, ποιητικά έργα περί της προελεύσεως του κόσμου και του ανθρώπου, περί επί μέρους φυσικών φαινομένων ή περί αντικειμένων του υπεραισθητού κόσμου με μια λέξη, οι αρχαιότατες πηγές όλων των λαών αρχίζουν από την μυθολογία.


Έννοια της μυθικής ιστορίας

Μυθική είναι εκείνη η ιστορία η οποία περιλαμβάνει παραδόσεις μιας εποχής όπου, τα όποια γεγονότα δεν καταγράφονται, αλλά μεταδίδονται μόνο προφορικά. Μπορούμε, λοιπόν, κατ’ αυτόν τον τρόπο να ονομάσουμε μυθική αφήγηση κάθε αφήγηση ενός γεγονότος που είτε όντως ανήκει σ’ αυτή την εποχή είτε αποδίδεται σε αυτήν από την ποιητική φαντασία : η μυθική φαντασία μπορεί πράγματι να θεμελιώνεται με μια παράδοση ή να είναι εντελώς επίπλαστη και να έχει μόνο το ένδυμα της αρχαίας παράδοσης ως πιστοποίηση. Μυθική, με την στενή έννοια, είναι όμως μόνον η ιστορία που εδράζεται πράγματι στην παράδοση.

Για να προσδιορίσουμε γενικά την αξία και τον χαρακτήρα της μυθικής ιστορίας, πρέπει να ερευνήσουμε την επίδραση που θα μπορούσε να ασκεί επί του περιεχομένου της η προφορική μετάδοση, όπως και εν γένει το πνεύμα του αρχαίου κόσμου. 


Προφορική παράδοση

Ήδη το ότι οι αρχαιότερες παραδόσεις όλων των λαών είναι «θυγατέρες της ακοής και της αφηγήσεως» πρέπει να μας κάνει λίγο καχύποπτους για την ιστορική τους αξία. Η ακοή δεν είναι η πλέον σαφής και ευκρινής αίσθηση, τα αντικείμενα τους διαδέχονται με τέτοια ταχύτητα το ένα το άλλο, ώστε να μην μπορούν να διατηρηθούν όλα στην μνήμη. Από την άλλη, για εμάς που δεν έχουμε, όπως οι αρχαίοι άνθρωποι, την προφορική διδασκαλία ως το μόνο μέσον μαθήσεως, ο ήχος που αντιλαμβάνεται το αυτί μας είναι συχνά το ίδιο το περιεχόμενο της αφηγήσεως · κατά μείζονα λόγο, όσοι ανατράφηκαν με την ακοή και μόνο είναι υποταγμένοι στον ήχο του αφηγητού, η οποία όσο σκοτεινότερη αντηχεί στην μνήμη, τόσο δραστικότερη είναι. Φυσικά δεν καθεύδει εδώ η φαντασία : η γλυκιά μελωδία των αισθήσεων που καταλαμβάνει με πάθος την ακοή, η μαγική γλώσσα του σώματος που αναπαριστά τα πάντα, αφυπνίζουν κατ’ ανάγκην την φαντασία.

Όταν λοιπόν ο πατέρας αφηγούνταν με ενθουσιασμό στον γιό του τις προϊστορικές παραδόσεις και ο τελευταίος, βρίσκοντας σ’ αυτές πράγματα σημαντικά για την δράση του, προστάτευε ως ιερό καταπίστευμα τον γλυκόλαλο ήχο της πατρικής αφήγησης, επαναλάμβανε ο ίδιος, όσο συχνά μπορούσε, τις παραδόσεις και σε κάποιες επίσημες ημέρες, σε τόπους ιερούς, αφιερωμένους στην μνήμη του πατέρα συναγωνιζόταν με όλους τους άλλους άνδρες της φυλής για την πιο ζωηρή παράσταση τους.

Οι αδυναμίες όμως της μνήμης ή η υπερσυσσώρευση δεδομένων που πρέπει να διατηρηθούν στην μνήμη δεν είναι στις περισσότερες φυλές η πρωταιτία του ανιστορικού στοιχείου που ενδημεί στις παραδόσεις τους. Ο σεβασμός που τρέφουν έναντι της παραδόσεως αναφέρεται στην συντήρηση της παραδόσεως και μόνον ή και στον τρόπο συντηρήσεώς της, καθ’ όσον κάθε μέλος της φυλής μεριμνά τις περισσότερες φορές ασυνείδητα, να μεταδώσει την παράδοση στον γιό του με την θέρμη ακριβώς και τον ζήλο με τον οποίον μεταδόθηκε στον ίδιον την εποχή της νιότης του, οπότε όλες οι εντυπώσεις είναι εντονότερες και διαρκέστερες.

Δεν μεταδίδεται, ωστόσο, κάθε γεγονός με την ίδια θέρμη, με την ίδια μεγαλοπρέπεια και λάμψη. Το περιορισμένο, όμως ενδιαφέρον που έχει ένα γεγονός αυτό καθ’ αυτό μπορεί να αποτελέσει την αφορμή ώστε το εν λόγω γεγονός να αποκτήσει ενδιαφέρον από τον τρόπο παρουσιάσεώς του ή να αγνοηθεί ακριβώς για αυτόν τον λόγο και να απομείνουν αμυδρά ίχνη του μόνον, τα οποία και θα ερμηνεύσουν οι επιγενόμενοι ως τεκμήριο μεγαλείου και σπουδαιότητος.

Ένα μνημείο, παραδείγματος χάριν, που αποσκοπεί στο να αφαρπάξει από την λήθη κάποιο γεγονός, είναι συνήθως η αφορμή για την επανάληψη της σχετιζόμενης με το προκείμενο μνημείο παραδόσεως. Κάθε φορά που περνάει ο διαβήτης από το μνημείο, επαναλαμβάνει ο ίδιος ή ο συνοδοιπόρος του το μνημειωμένο γεγονός. Ή ένας λαός συνηθίζει να εορτάζει κάθε χρόνο με τραγούδια, χορούς και εγκώμια την ημέρα κάποιου σπουδαίου έργου. Ακριβώς όμως το εορταστικό στοιχείο μίας τέτοιας αναμνήσεως ενισχύει ακόμα περισσότερο την δύναμη της φαντασίας. Στις εορτές το ζητούμενο δεν είναι ποτέ απλώς η ανάμνηση, είναι μάλλον η διάνθιση, ο έπαινος και η εξύμνηση εκείνου του έργου. Με ενθουσιασμό ακούει ο λαός εκείνους τους ύμνους, η μελωδία τους εδραιώνεται στην ψυχή του, οι παραστάσεις της ποιήσεως επιβιώνουν στο στόμα του και φθάνουν στην επόμενη γενιά.

Κάθε φυλή ανάγει την γενεαλογία στις εποχές όπου δεν διέθετε ακόμη πάγια μονάδα χρόνου ή όπου δεν είχε καν αρχίσει η προφορική παράδοση. Αν θα μπορούσαμε να έχουμε τώρα ενώπιόν μας έναν παραδοσιακό άνθρωπο να μας μιλάει, θα μπορούσαμε να αποκρυπτογραφήσουμε την αλήθεια. Τώρα έχουμε έναν αμυδρό απόηχο εκείνης της καθαρής αρχέγονης φωνής στις γραπτές πηγές των λαών. Είναι πιθανό η ιστορία να δοκίμασε τις περισσότερες μεταβολές στο τέλος της μυθικής περιόδου. Αυτή λήγει βεβαίως με την χρήση της γραφής.

Ο λαός όμως αρχίζει να σημειώνει κάτι γραπτώς μόνον όταν συσσωρεύονται ολοένα και περισσότερα δεδομένα της ιστορίας του, όταν αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερος, σημαντικότερος ο ρόλος που διαδραματίζει μεταξύ των υπολοίπων. Εδώ η δραστηριότητα του λαού εκτείνεται μεν σε συνεχώς νέα και περισσότερα αντικείμενα και, απ’ την άλλη, προσκολλάται εντονότερα στην ιστορία των προπατόρων του. Αυτή όμως δεν είναι πλέον τόσο αποκλειστικά το επίκεντρο των ενδιαφερόντων του, και, ασχολούμενος τώρα συγχρόνως με διάφορα αντικείμενα, υποβαθμίζει πάντοτε το ένα υπέρ των άλλων.

Στην περίοδο αυτήν έχουμε, συνεπώς, τις περισσότερες παραποιήσεις της πραγματικής ιστορίας. Οι απαρχές της καταγραφής δεν τις αποτρέπουν. Διότι οι πρώτες απόπειρες αυτού του τύπου σπανίζουν και είναι άνευ σημασίας για το μεγαλύτερο μέρος του λαού. Ο λαός δεν μπορεί ακόμη να εξοικειωθεί με την άψυχη, ψυχρή γλώσσα της γραφής, θέλει να ακούει να του αφηγούνται, όπως στην περίοδο της απόλυτης αθωότητάς του, με ενθουσιασμό και ζέση τα έργα των προπατόρων του.

Η παράδοση διατηρείται λοιπόν ακόμη κατά την απαρχή αυτής της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ένα μεγάλο μέρος του λαού υπερασχολείται τώρα σε άλλα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον αφοσιωμένο στα της προϊστορίας του . Κατά κάποιον τρόπο όμως ο λαός καθαγιάζει τα τις νέες γνώσεις και έννοιες, τα ήθη και τα έθιμα που βαθμηδόν αφομοίωσε εντάσσοντας τα στην ιστορία των προπατόρων του. Εξακολουθεί να θεωρεί ως μέγιστη τιμή την ομοιότητα μαζί τους · ήθη και έννοιες που εμφανίστηκαν πολύ αργότερα αποδίδονται από τον λαό στους προγόνους του, εντάσσονται στους μύθους της αρχαιότατης ιστορίας του και παρουσιάζονται σαν να ήλθαν σ’ αυτούς ως θαύμα από τον ουρανό! 

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Ο Τόπος μας

 

Ένας που έχει την τύχη όταν είναι άνοιξη να περάσει από τον τόπο μας νομίζει ότι μπήκε σε καινούργιο κόσμο..έναν κόσμο γεμάτο φως! 

Αν θελήσει να ταξιδέψει με πλοίο και τραβήξει νότια περνώντας τον ισθμό της Κορίνθου, το πλοίο του το αγκαλιάζει ένα φως που έτσι αγνό δεν είδε ποτέ του •όλες οι γραμμές των βουνών, των νησιών, που, όπως αρμενίζει, ξεπροβάλλουν και χάνονται, προχωρούν και αποτραβιούνται, μπροστά στα μάτια του, έχουν μια κρυστάλλινη καθαρότητα. Ο ουρανός και ο καθρέφτης του , το νερό, είναι γαλανά όπως οι μενεξέδες και τα ζαφείρια, •θερμή πνοή του αέρα γεμίζει την καρδιά με αινιγματική αναγάλλια και στην μνήμη έρχονται στίχοι του Ευριπίδη για την πατρίδα του : «ἀνάμεσ΄ἀπὸ λαμπρότατον αἰθέρα πάντα πηγαίνουν ἁπαλά» 

Οι ακρογιαλιές της Σαλαμίνας ξεπροβάλλουν από την θάλασσα, σε νερά ιερά γίνεται το ταξίδι •πέρα 'κει λαμποκοπούν οι μαρμάρινοι ναοί της Ακρόπολης. Και όταν της ημέρας η λαμπρότητα τελειώνει μέσα σ’ ένα μενεξεδένιο δειλινό, έρχεται «αμβρόσια νύχτα» : στο βαθυγάλαζο βελούδο του ουρανού σα να κρέμονται από πάνω μας σφαίρες από χρυσάφι – τόσο διάφανος είναι ο ουρανός – και το ασημένιο άρμα της Σελήνης ακτινοβολεί όπως δεν κάνει ποτέ στα μέρη του Βορρά. 

Και τα βουνά που την διασχίζουν από όλες τις πλευρές, που κυριολεκτικά την σκεπάζουν, ανεβαίνοντας συχνά σε μεγάλα, σε Άλπεια ύψη, μόνο που ο ήλιος δεν ανέχεται στις κορυφές τους το χιόνι τόσο πολύ καιρό, δείχνουν σήμερα τις μορφές αυτές ακόμα πιο κοφτερές και πιο σκληρές απ’ ο, τι ήταν στην αρχαιότητα• γιατί τώρα πολύ λείπει το δάσος, καταστρεμμένο από την αδιαφορία και την παραμέληση πολλών αιώνων. Μόνο σε λίγες περιοχές όπως π.χ. στην ορεινή Λοκρίδα και στην Θεσσαλία, παίρνουμε ακόμα μία ιδέα για το αρχαίο δάσος, όπως το ξέρει η ομηρική ποίηση. 


Στους κάμπους αλήθεια, κι ας μη ρέει πια το νερό τόσο πλούσιο όπως στην αρχαιότητα, βαδίζεις όχι σπάνια, όπως άλλοτε, μέσα στον ιερό ελαιώνα, κάτω από στιβαρά δρυά και πλατάνια, δίπλα σε δάφνες και σε συκιές και – όπως στην κοιλάδα του Πηνειού – κάτω από ένα πλήθος άλλων καταπράσινων δέντρων και θάμνων. Πλατιές ζώνες των κοιλάδων τις σκεπάζουν αμπέλια, τον χειμώνα κοντά ως το χώμα κλαδεμένα, το σιτάρι όμως προκόβει πολύ λιγότερο παρά στην αρχαιότητα, γι ‘ αυτό βλέπουμε φυτείες άγνωστες άλλοτε, προπάντων από πορτοκαλιές και λεμονιές, από αθανάτους, που τα κοτσάνια των ανθών τους ξεπετιούνται τραχιά, και από καπνό. 

Πόσο θα άλλαξε από την αρχαιότητα η όψη αυτού του τοπίου στην βλάστηση! Μα το βασικό στοιχείο – το βουνό, όπου προβάλλει εδώ και εκεί στο φως το μάρμαρο εκτυφλωτικά λευκό ή και πολύχρωμο, οι βαθιές κοιλάδες, που με το κλειστό ξεμονάχιασμα τους έφεραν την γερή αυτοτέλεια του πνεύματος, ταυτόχρονα όμως, αν δεν προξένησαν, ευνόησαν ωστόσο και την διάσπαση του, η θάλασσα, που περιζώνει ολόκληρη την χώρα μπαίνοντας μέσα της βαθιά σε χίλιους κόλπους – το βασικό στοιχείο έμεινε το ίδιο. Ακόμα και σήμερα το όρνιο του Δία χιμά πάνω απ’ τον Ταΰγετο κάτω στην κοιλάδα του Ευρώτα, ξυστά στον οδοιπόρο, ακόμα γυροφέρνουν οι γύπες ψηλά πάνω από τις Φαιδριάδες των Δελφών στο ξεβούνιασμα του Παρνασσού, ακόμα αντισκόβουν το δρόμο μας στα πελοποννησιακά βουνά οι μεγάλες χελώνες, που ένας πρόγονος τους είχε δώσει το καύκαλό του στον Ερμή για να φτιάξει την πρώτη λύρα. 


Στην χώρα αυτή, που ήταν τόσο δελεαστική με τη θέρμη της ομορφιά και την γονιμότητα της, μπήκαν πολλές φορές λαοί τευτονικής φυλής. Σα μια νεκρή πολιτεία βλέπουμε ακόμα σήμερα στην ανατολική πλευρά του Ταΰγετου τα ερείπια από τοίχους, κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια, σπίτια που είχαν χτίσει κάποτε, τον 13ο αιώνα, οι Φράγκοι ιππότες, βλέπουμε τον Μυστρά, την ηγεμονική έδρα του Φάουστ. Και αν ο φράγκικος πύργος απάνω στην Ακρόπολη της Αθήνας γκρεμίστηκε, πολύ σωστά, γιατί εδώ μόνο κλασσική τέχνη έχει τον τόπο της, η θύμηση του όμως, όπως και της φραγκικής κυριαρχίας η θύμηση δεν έσβησε καθόλου. 

Την πιο βαθιά εντύπωση κάνουν σήμερα ακόμα σε εμάς, οι δυνατές ακροπόλεις που τα κυκλώπεια ερείπια τους μπορούμε να θαυμάσουμε στην Τίρυνθα και, περνώντας την πύλη των λεόντων, στην Μυκήνα, οι επιβλητικοί, ευγενικοί θολωτοί τάφοι στην Αργολίδα και στην Βοιωτία και, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, η αστραφτερή από το χρυσάφι αίθουσα του Σλίμαν, που φυλάει μέχρι σήμερα τους πιο έξοχους θησαυρούς της ηρωικής αυτής εποχής.

Αλλιώς είναι τα πράγματα στην Κρήτη, το σπουδαίο αυτό βασίλειο της δεύτερης και τρίτης χιλιετηρίδας, όπου μας πηγαίνει σήμερα το πλοίο από την Αθήνα, όπως πήγε κάποτε το βασιλόπουλο τον Θησέα. Εδώ βλέπεις παλάτια, εντελώς διαφορετικά από τις μυκηναϊκής εποχής ακροπόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, παλάτια που διαπλατώνονται πέρα κατά την θάλασσα με αναρίθμητες αίθουσες, με δωμάτια και σκάλες, βρίσκεις όμως και στο Μουσείο του Ηρακλείου, ανάμεσα στα καλλιτεχνικά τεκμήρια ενός παρά πολύ εξελιγμένου και εκλεπτυσμένου πολιτισμού, και άφθονους πίνακες με ψηφία παλαιοκρητικής γραφής. Τι να θέλει να μας πει αυτή η γραφή για την ιστορία εκείνων των χιλιετηρίδων, για την φυλετική υπόσταση του λαού αυτού και τις σχέσεις του με τους γύρω λαούς, όταν η επιστήμη ζωντανέψει την φωνή τους! 


Σπουδαία μέρη…Αθήνα, Θήβα, Κόρινθος, Μυκήνες, Σπάρτη, Όλυμπος, Παρνασσός και πλήθος άλλων. Αλλά και θρυλικά πρόσωπα όπως ο Θησέας, ο Οδυσσέας, ο Αχιλλέας, ακόμα και ονόματα ξακουστών θεών σαν της Αθηνάς, τον Απόλλωνα και της Αρτέμιδος. 

Το φως, έτσι το αισθάνθηκαν όσοι ταξίδεψαν στην Ελλάδα, είναι η δυνατότερη εντύπωση σε αυτό τον τόπο. Η Ελλάδα είναι η χώρα της μορφής. Αυτός είναι ο τόπος μας…φωτεινός, καθάριος και αναλλοίωτος στον καθρέφτη του έπους. Φως παντού φως!

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Ορφικός Ύμνος Νεμέσεως


Ὦ Νέμεσι, κλήιζω σε, θεά, βασίλεια μεγίστη,
πανδερκής, ἐσορῶσα βίον θνητῶν πολυφύλων
 ἀιδία, πολύσεμνε, μόνη χαίρουσα δικαίοις,
 ἀλλάσσουσα λόγον πολυποίκιλον, ἄστατον αἰεί,
 ἣν πάντες δεδίασι βροτοὶ ζυγὸν αὐχένι θέντες
 σοὶ γὰρ ἀεὶ γνώμη πάντων μέλει, οὐδέ σε λήθει
 ψυχὴ ὑπερφρονέουσα λόγων ἀδιακρίτῳ ὁρμῇ.
 πάντ' ἐσορᾷς καὶ πάντ' ἐπακούεις, καὶ πάντα βραβεύεις
 ἐν σοὶ δ' εἰσὶ δίκαι θνητῶν, πανυπέρτατε δαῖμον.
 ἐλθέ, μάκαιρ', ἁγνή, μύσταις ἐπιτάρροθος αἰεί
δὸς δ' ἀγαθὴν διάνοιαν ἔχειν, παύουσα πανεχθεῖς
 γνώμας οὐχ ὁσίας, πανυπέρφρονας, ἀλλοπροσάλλας. 


Μετάφραση 

Ω Νέμεσι σε υμνώ, εσένα την θεά την μεγαλύτερη βασίλισσα
πού βλέπεις τα πάντα καί παρατηρείς τον βίον των ανθρώπων,
πού ανήκουν εις πολλάς φυλάς αιωνία, σεβαστή, πού μόνον εσύ
χαίρεσαι στα δίκαια, καί τιμωρείς τον πολυποίκιλον λόγον, τον
πάντοτε ασταθή εσένα φοβούνται όλοι οι άνθρωποι πού έχουν
ζυγόν στον τράχηλο (πού έχουν βαρείαν συνείδησιν) διότι εσύ ενδιαφέρεσαι πάντοτε δια την γνώμην (την διάθεσιν)
όλων, ούτε σου διαφεύγει την προσοχήν ή ψυχή, πού
υπερηφανεύεται κατά τους λόγους με άκοτανόητον ορμήν. Εσύ
τα πάντα εποπτεύεις καί τα πάντα ακούεις καί τα πάντα κρίνεις
από σε εξαρτώνται αι δίκαι των ανθρώπων, ώ υπέρτατη θεά
Ελα ώ μακαριά, αγνή, βοηθός πάντοτε εις τους μύστας καί δόσε
τους να έχουν άγαθήν διάνοιαν, καί να καταπαύσης τας μισητάς
γνώμας (σκέψεις), τας αντιθέσεις, τας ανοησίας, τάς
υπεροπτικάς καί αλλοπρόσαλλους (ευμεταβόλους).

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

H Τσαμπούνα & η Γκάιντα στον Ελλαδικό Χώρο



Β' ΜΕΡΟΣ : ΓΚΑΪΝΤΑ 


Ο τύπος αυτού του ασκαύλου, το οποίο σήμερα παίζεται κυρίως στην Μακεδονία και την Θράκη, παλιότερα παιζόταν και στην υπόλοιπη ηπειρωτική Ελλάδα. Λέγεται γκάιντα, γκάιδα, γάιδα ή κάιντα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, συνήθως από εκείνον που την παίζει, και αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και δυο αυλούς. Ο παίκτης της γκάιντας λέγεται γκαϊντιέρης, γκαϊδιέρης, γκαϊδάρης, γκάιντατζης, κάιντατζης. 

Για το ασκί, το οποίο λέγεται τουλούμι, τομάρι, δερμάτι ή κόζα, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν στα περί τσαμπούνας, ( βλέπε, Η Τσαμπούνα και η Γκάιντα στον Ελλαδικό Χώρο - Α' Μέρος ), σχετικά με το είδος του δέρματος, την κατεργασία, το δέσιμο, την συντήρηση και την επιδιόρθωση. Προσθέτουμε μόνον ότι προπολεμικά χρησιμοποιούσαν, όταν το έβρισκαν, και δέρμα γαϊδουριού, για το μέγεθος και την αντοχή του. 

Η γκάιντα είναι γενικά μεγαλύτερη συγκριτικά με την νησιωτική τσαμπούνα. Τα εξαρτήματα της γκάιντας, το επιστόμιο και οι δύο αυλοί του δε δένονται κατευθείαν στο ασκί αλλά προσαρμόζονται, το καθένα, στο κεφαλάρι, μία βάση από ξύλο ή κόκαλο (κέρατο) μόνιμα δεμένο στο ασκί. Το επιστόμιο, ένας κυλινδρικός ή κωνικός σωλήνας από ξύλο, κόκκαλο ή και καλάμι απ' το οποίο φυσάει και γεμίζει το ασκί με αέρα ο γκαϊντιέρης έχει μήκος, μαζί με το μέρος της ξύλινης ή κοκάλινης βάσης που είναι έξω από το ασκί. από 12 έως και 20 εκατοστά. Το επιστόμιο λέγεται φυσάρι, φυσερό, φυσολάτης, φουσκοτάρι, φύτσι, ντουγιάλο, ντουάλο, πιπίνι κ.ο.κ. Η βαλβίδα η οποία εμποδίζει να φεύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντιέρης σταματήσει να φυσάει, λέγεται πετσάκι, λιπάλο ή λέπκα, καπάτσε κ.α. 


Οι δύο αυλοί, όπως άλλωστε και το επιστόμιο, φτιάχνονται από διάφορα ξύλα, συνήθως από αμυγδαλιά, κρανιά, βερικοκιά, τζιτζιφιά κ.α. Ο μακρύς αυλός, σε τρία συνήθως κομμάτια, το ένα μέσα στο άλλο, έχει μήκος από 50 περίπου, έως και 70, κάποτε και παραπάνω, εκατοστά. Χωρίς τρύπες και μ' ένα μπιμπίκι με μονό επικρουστικό γλωσσίδι (τύπου κλαρινέτου), προσαρμοσμένο στο κομμάτι που είναι κοντά στο ασκί, δίνει ένα μόνο φθόγγο. Το εσωτερικό κυλινδρικό άνοιγμα του αυλού αυτού δεν είναι πάντα το ίδιο σ' όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι είναι συχνά πιο ανοικτό και σχηματίζει χοάνη ή και το αντίθετο, πιο στενό, «για να μη σκορπά η φωνή». Ο μακρύς αυλός λέγεται μπουρί, μπάσο ή πάσο, ζουμάρ ή ζαμάρι, καραμούζα, ζουρνάς, ταραγκόξυλο, γκαρόξυλο ή γκαρόζι, αγκαρά, μπουτσάλο, μπουρτσάλο, μπούκαλος, μπερτσάλο, μπιρτσιάλο, ριγκάτς, τσιρίλο, κ.α. Ο άλλος αυλός, ο κοντός, είναι για την μελωδία και έχει συνήθως 7 τρύπες μπροστά και 1 πίσω ή και 6+1. Είναι κυλινδρικός και ίσιος ή καταλήγει σε χοάνη, άλλοτε πολύ μικρή και άλλοτε μεγαλύτερη που γυρίζει και σχηματίζει αμβλεία γωνία με τον σωλήνα του αυλού. Στο επάνω μέρος του κυλινδρικού σωλήνα, εκεί που αυτός ενώνεται με το ασκί, προσαρμόζεται ένα μπιμπίκι με μόνο επικρουστικό γλωσσίδι (τύπου κλαρινέτου). Οι τρύπες στον κυλινδρικό σωλήνα του αυλού είναι σε ίση, σχετικά, απόσταση ή μια από την άλλη. Δεν έχουν όμως τις ίδιες διαστάσεις και συχνά διαφέρουν στο σχήμα τους: οι μεγάλες είναι αυγόσχημες και οι μικρές συνήθως στρογγυλές.

Ο Πασχάλης Χρηστίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1926, θεωρείται από τους καλύτερους γκαϊντιέρηδες στο Διδυμότειχο της Θράκης, λέει για τις τρύπες: «η πρώτη από τα πάνω, είναι η πιο μικρή, η δεύτερη και η τρίτη έχουν το ίδιο άνοιγμα και είναι πιο μεγάλες, η τέταρτη είναι η μεγαλύτερη όλων, η πέμπτη είναι λίγο πιο μικρή από την δεύτερη και την τρίτη, η έκτη λίγο μεγαλύτερη από την πέμπτη και η έβδομη λίγο μεγαλύτερη από την έκτη. Η τρύπα η οποία είναι πίσω από την πρώτη είναι περίπου όσο και η τέταρτη». Επίσης, λέει ότι μ' ένα κοφτερό σιδεράκι, γαμψό όπως το νύχι της όρνιθας, κουφώνει απ' το μέσα μέρος τις τρύπες για να φέρει αντίλαλο η γκάιντα για πιο καθαρή φωνή. Μικρές τρύπες μια ή δύο, που δεν πατιούνται ποτέ από τα δάκτυλα αλλά «είναι για την φωνή», όπως αυτές στην τζαμάρα και τον ζουρνά, ανοίγονται συχνά στα πλάγια της γυριστής χοάνης ή στο κάτω μέρος του ίσιου κυλινδρικού σωλήνα του αυλού. Μια μικρή στρογγυλή τρύπα ανοίγουν επίσης συχνά μεταξύ της δεύτερης και τρίτης, απ' τα κάτω, τρύπας, στο πίσω μέρος του ίσιου κυλινδρικού σωλήνα. Την τρύπα αυτή την χρησιμοποιεί ο γκαϊντιέρης, βουλώνοντάς την περισσότερο ή λιγότερο με κερί, για να αποκτήσει το σωστό τονικό του ύψος ο φθόγγος που δίνει η πρώτη, απ’ τα κάτω, τρύπα του αυλού. Η πρώτη τέλος απ’ τα πάνω, τρύπα – η μικρότερη συνήθως συγκριτικά με όλες τις άλλες - έχει σφηνωμένο στο άνοιγμα της, μέσα στο σωλήνα του αυλού, ένα μικρό σωληνάκι, συνήθως από φτερό κότας.

Ο κοντός αυτός αυλός για την μελωδία λέγεται στην Θράκη γκαϊντανίτσα, ντιβριντίνα, ζαμαροφλογέρα, ζαμάρα ενώ στην Μακεδονία γκαϊντανάκι, γκαϊδούρκα, τσαμπουνάρι, ντουϊνίτσα, πίσκα, κλέπαρσα, σούρλα κ.α. Ο μικρός κυλινδρικός αυλός με το γλωσσίδι το οποίο προσαρμόζεται στον κοντό αυλό γίνεται από καλάμι. Γίνεται όμως και από λεπτό κλωνάρι με ψίχα (εντεριώνη), ίσια νερά και χωρίς κόμπους, που κόβουν τον χειμώνα και το αφήνουν να ξεραθεί έως το καλοκαίρι. Αφού αφαιρέσουν την ψίχα το καθαρίζουν εσωτερικά και εξωτερικά, το λειαίνουν εσωτερικά με ένα πυρωμένο λεπτό σίδερο και κλείνουν προσεκτικά το ένα ανοικτό άκρο του με ξύλινα τάπα και κερί. Μετά κόβουν το γλωσσίδι, από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω, και το ξύνουν με ένα μαχαιράκι, δοκιμάζοντας το, έως ότου δώσει την «φωνή» (ήχο) που θέλουν. Ο σωλήνας με το γλωσσίδι λέγεται ζαμπούνα, πισκούνι, πίσκα, φίτα κ.α. 


Όπως στην τσαμπούνα, το ίδιο και στην γκάιντα «κοκκινίζουν» στην φωτιά ή «τηγανίζουν» ή «καβουρδίζουν» το σωληνάκι με το γλωσσίδι για να ξεραθεί κι να λειτουργεί καλά και να μην «κολλάει». Επίσης χρησιμοποιούν την κλωστή ή την τρίχα κάτω από το γλωσσίδι ή τυλίγουν την ρίζα του γλωσσιδίου, κι αν χρειαστεί λεπταίνουν το γλωσσίδι με ένα μαχαιράκι (βλ.τσαμπούνα). Σημειώνουμε ακόμη τα κόκαλα ή δακτυλίδια, όπως τα λένε, που περνούν στα άκρα των εξαρτημάτων της γκάιντας (επιστόμιο και δύο αυλούς), είναι κομμάτια από ίσιο κέρατο κατσίκας ή ελαφιού που τα κόβουν με πριόνι. Αφού τα βράσουν σε δυνατή φωτιά για να μαλακώσουν, τα περνούν σε ξύλινα καλούπια, τα οποία έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τα εξαρτήματα της γκάιντας, και τα σφυροκοπούν για να πάρουν το τελικό τους σχήμα. Έτοιμα πια τα σφηνώνουν στα άκρα των εξαρτημάτων, αφού προηγουμένως ανοίξουν τις κατάλληλες εσοχές, και τα λιμάρουν για να έρθει το κόκκαλο ευθεία με το ξύλο. Τα κοκάλινα δαχτυλίδια προφυλάγουν τα ξύλινα εξαρτήματα από το ράγισμα και παράλληλα στολίζουν την γκάιντα. Για τον ίδιο σκοπό χρησιμοποιούν λιωμένο μολύβι και, παλαιότερα, ασήμι. Για την διακόσμηση χρησιμοποιούν επίσης το εγχάρακτο σχέδιο και προπολεμικά το χαμηλό ανάγλυφο (γεωμετρικά σχέδια και, σπάνια, παραστάσεις από το φυτικό ή ζωικό κόσμο). 


ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ 



Για το παίξιμο της γκάιντας, εκτός από ό, τι σχετικό αναφέρουμε στην τσαμπούνα για την θέση του ασκιού, την αναπνοή, το στόλισμα της μελωδίας κ.ο.κ., τα οποία ισχύουν και για την γκάιντα, προσθέτουμε ό, τι υπαγορεύει η διαφορετική κατασκευή της. Ο μακρύς αυλός κρατιέται συνήθως κάτω από την μασχάλη ή τον αφήνουν να ακουμπάει πάνω στον ώμο ή, στο μπράτσο ή, σπάνια, τον αφήνουν να κρέμεται. Δεν έχει, όπως είπαμε, τρύπες και δίνει έναν μόνο φθόγγο, ο οποίος «ταιριάζεται» πάντα με τον φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας. Έτσι, στο παίξιμο συνοδεύει διαρκώς την μελωδία με τον φθόγγο της τονικής, μια οκτάβα συνήθως χαμηλότερα. Κρατάει δηλαδή ένα ίσο, από τις αρχαιότερες μορφές πολυφωνίας. Οι 7+1 τρύπες της γκάιντας δίνουν τα διαστήματα της φυσικής διατονικής κλίμακας. Η τονική της κλίμακας είναι συνήθως η τέταρτη τρύπα, απ’ τα κάτω, με υποτονική (την προηγούμενη τρύπα) σε διάστημα τόνου από την τονική. Το ύψος της τονικής εξαρτάται, κυρίως, όπως και στην τσαμπούνα, από το μέγεθος που έχει ο κοντός αυλός και το γλωσσίδι του. Η γκάιντα παίζεται μόνη της. Παίζεται όμως και μαζί με άλλα όργανα όπως γκάιντα με νταούλι, ενώ στον Έβρο συναντάμε γκάιντα και λύρα, προπολεμικά δε γκάιντα και μασά. 


ΓΚΑΪΝΤΑ ΠΙΕΡΙΩΝ 


Η γκάιντα των Πιερίων αποτελεί ένα πανάρχαιο όργανο το οποίο δυστυχώς τείνει να εκλείψει • οι σημερινοί γκαϊντατζήδες στα Ημαθιώτικα Πιέρια είναι πλέον ελάχιστοι. Είναι συνήθως μεγαλύτερη από όλες τις γκάιντες της ηπειρωτικής Ελλάδος. 

Το ασκί, το οποίο ονομάζουν τομάρι φτιάχνεται ως εξής : Χρησιμοποιείται συνήθως δέρμα γίδας και σπάνια προβάτου. Το δέρμα πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σχισμένο. Το νωπό αυτό δέρμα δέχεται μια ειδική επεξεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο περίπου όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από πρόχειρο πλύσιμο, το αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος αλλά το εσωτερικό, δηλαδή την επιφάνεια προς την σάρκα, αφού πρώτα ψαλιδίσουν το τριχωτό μέρος. Με το αλάτισμα το τομάρι «σφίγγει» και καθαρίζει από το λίπος Δεν πρέπει να κόψουν την τρίχα σίρριζα, αφήνουν 1 με 1,5εκ μήκος έτσι ώστε το κοντό μαλλί να βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι. Επίσης το κοντό μαλλί (χνούδι) συγκρατεί το χνότο και το σάλιο του γκαϊτατζή και διατηρεί το τομάρι μαλακό. Αφού τελειώσει η επεξεργασία δένουν το επιστόμιο και τους δύο αυλούς προσεκτικά. Στο ένα πόδι δένεται το επιστόμιο (φυσητάρι) στο άλλο πόδι δένεται ο μεγάλος αυλός (ζουρνάς) και στο λαιμό δένεται ο κοντός αυλός(φλογέρα). Ανάμεσα στους αυλούς και το τομάρι εφαρμόζονται κόκαλα. Αν δεν υπάρχουν κόκαλα τότε βάζουν ξύλο. Το επεξεργασμένο όμως κόκαλο είναι καλύτερο γιατί δεν φεύγει καθόλου αέρας. 

Το είδος του ξύλου από το οποίο φτιάχνονται τα προηγούμενα εξαρτήματα της γκάιντας είναι το πυξάρι και συνήθως το βρίσκουν στην περιοχή Ελατοχωρίου και την περιοχή της Νάουσας. Με αυτό το ξύλο φτιάχνουν και τις γκλίτσες γιατί είναι όμορφο μετά την επεξεργασία. Αφού κόβουν το ξύλο το αφήνουν να ξεραθεί και μετά το τρυπάνε με τρυπάνι ή με «ματκά» (με αρίδα). Έπειτα το πελεκάνε με το σκεπάρνι και με τον ξυλοφάγο το κάνουν λιανό. Έτσι κάνουν την «φλογέρα» (κοντό αυλό), το «φυσητάρι» (επιστόμιο) και τον «ζουρνά» (μεγάλο αυλό). Αφού κάνουν τα σχέδια με το μαχαίρι επάνω της και την γυαλίσουν με γυαλόχαρτο κάνουν τις τρύπες με το «τρυπτάρι» (ψιλό μαχαίρι). Οι τρύπες είναι 8 (7 μπροστά και 1 πίσω – ουδέτερη). Η πρώτη από πάνω είναι η μικρότερη στην οποία σφηνώνουνε στο άνοιγμά της ένα σωληνάκι, συνήθως από φτερό κότας, το οποίο αποκαλούν «μουμούδι». Η δεύτερη τρύπα είναι μεγαλύτερη η τρίτη είναι μικρότερη, η τέταρτη μεγαλύτερη, η πέμπτη μικρότερη και από την τρίτη, η έκτη και η έβδομη μεγαλύτερες. Στο κάτω μέρος της μπαίνει επίσης κόκαλο από βουβάλι ή βόδι το οποίο λέγεται «κλωτσοτάρι» και είναι λίγο «γυριστό»

Ο μικρός κυλινδρικός σωλήνας ο οποίος προσαρμόζεται στο πάνω μέρος της φλογέρας λέγεται «τσαμπούνα» και φτιάχνεται από καλάμι. Έχει μήκος γύρω στα 5 εκατοστά. Στην εξωτερική του επιφάνεια με ένα μικρό μαχαιράκι γίνεται μια σχισμή και δημιουργείται ένα γλωσσίδι, το οποίο ονομάζουν «πεταλάκι». Τότε, ο γκαϊντατζής το δοκιμάζει και εάν βγάλει την «φωνή» που θέλει, τότε η τσαμπούνα είναι έτοιμη. Μετά τυλίγεται η μια άκρη της τσαμπούνας με κλωστή (ράμμα) και εφαρμόζει μέσα στην φλογέρα η οποία είναι πλέον έτοιμη να παίξει. Το επιστόμιο «φυσητάρι», είναι ένας κυλινδρικός σωλήνας από ξύλο συνήθως από το οποίο φυσάει ο γκαϊντατζής και γεμίζει το τομάρι με αέρα και έχει μήκος από 15 εκατοστά. Η βαλβίδα που εμποδίζει να φύγει ο αέρας όταν ο γκαϊντατζής σταματάει να φυσάει λέγεται πετσάκι. Ο ζουρνάς είναι ένας μακρύς αυλός και συνήθως αποτελείται από τρία κομμάτια και έχει μήκος 75 εκατοστά περίπου. Είναι χωρίς τρύπες και έχει και αυτό τσαμπούνα που φτιάχνεται όπως και στην φλογέρα, προσαρμόζεται στο κομμάτι που είναι κοντά στο τομάρι και δίνει ένα μόνο φθόγγο (ίσο). Το εσωτερικό κυλινδρικό άνοιγμα του αυλού αυτού δεν είναι πάντα το ίδιο σε όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι είναι συχνά πιο ανοιχτό και σχηματίζει χοάνη. Τα τρία κομμάτια λέγονται ζουρνόξυλα και εφαρμόζουν μεταξύ τους με τέχνη. Η μία άκρη του ζουρνόξυλου λέγεται σαΐτα και προσαρμόζεται στην άκρη του άλλου ζουρνόξυλου το οποίο είναι επενδυμένο με κόκαλο ή χαλκό ή αλουμίνι έτσι ώστε να προστατευτεί και να μην ραγίσει με την πολλή χρήση. 

Επισημαίνουμε ότι τα «κόκαλα» είναι δεμένα καλά στο τομάρι και πάνω σε αυτά προσαρμόζονται ο ζουρνάς το φυσητάρι και η φλογέρα. Είναι από κέρατο βοδιού ή βουβαλιού που τα κόβουνε με πριόνι τα βράζουνε σε δυνατή φωτιά για να μαλακώσουν φωτιά, τα περνούν σε ξύλινα καλούπια, που έχουν τις ίδιες διαστάσεις με τα εξαρτήματα της γκάιντας και τα σφυροκοπούν για να πάρουν το τελικό τους σχήμα. Έτοιμα πια τα σφηνώνουν στα άκρα των εξαρτημάτων-αφού προηγουμένως ανοίξουν τις κατάλληλες εσοχές-και τα λιμάρουν για να έρθει το κόκαλο ευθεία με το ξύλο. Τα κόκαλα αυτά προφυλάγουν τα ξύλινα εξαρτήματα από το ράγισμα δεν φεύγει καθόλου αέρας και παράλληλα στολίζουν την γκάιντα. Παλιότερα για την διακόσμηση τους χρησιμοποιούσαν σχέδια με γεωμετρικά σχήματα και παραστάσεις από το φυσικό ή ζωικό κόσμο. 

Τέλος, ο γκαϊντατζής έχει πάντα λίγο κερί που το κολλάει στο πίσω μέρος του κόκαλου της φλογέρας σε περίπτωση ανάγκης (εάν ραγίσει κανένα ξύλο ή να βουλώσει καμιά τρύπα για να «στρώσει» η «φωνή» όπως λένε) 

Πηγή: Ελληνικά λαϊκά μουσικά όργανα Φοίβου Ανωγειανάκη, Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα» 1991.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

H Τσαμπούνα & η Γκάιντα στον Ελλαδικό Χώρο



Δυο τύπους ασκαύλου συναντάμε στην Ελλάδα, την τσαμπούνα και την γκάιντα. Τον πρώτο τύπο τον συναντάμε στην νησιωτική Ελλάδα ενώ τον δεύτερο στην ηπειρωτική, ιδιαιτέρως στην Μακεδονία και στην Θράκη. 

Ο άσκαυλος ήρθε στην Ελλάδα από την Ασία γύρω στον 1ο με 2ο μ.Χ. αιώνα, σύμφωνα με μαρτυρίες του Σουετώνιου. Έκτοτε η παρουσία στον ελλαδικό χώρο τεκμηριώνεται από πολλές εικονογραφικές και φιλολογικές πηγές από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρουμε : άσκαυλο τύπου τσαμπούνα συναντάμε σε μικρογραφία ελληνικού χειρογράφου του 11ου αιώνα, όπως και σε μαρτυρίες του Πέρση φιλοσόφου Αβικέννα τον ίδιο αιώνα. Άσκαυλο τύπου γκάιντα συναντάμε σε τοιχογραφίες των μονών της Αγίας Λαύρας στο Άγιο Όρος και αλλού. Τον 16ο αιώνα ο Nicolas de Nicolay εικονογραφεί το χρονικό ενός Έλληνα χωρικού ο οποίος παίζει γκάιντα. Πρόσθετο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι αυλοί έχουν σχήμα κωνικό. Τέτοιον τύπο γκάιντας που παίζεται σε χώρες όπως Νότια Ιταλία, Ισπανία, Σκωτία, δεν συναντάμε στην Ελλάδα. Ωστόσο πληροφορίες δείχνουν ότι παλιότερα χρησιμοποιούσαν και στην ελληνική γκάιντα το διπλό επικρουστικό γλωσσίδι - τέτοιο γλωσσίδι χρησιμοποιούν έως σήμερα σε γκάιντες της Ευρώπης με κωνικούς αυλούς- και αυτό μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι παλιότερα έφτιαχναν και στην Ελλάδα γκάιντες με κωνικούς αυλούς. 

Από τους ταξιδιώτες οι οποίοι πέρασαν από την Ελλάδα και αναφέρουν στα χρονικά τους τον άσκαυλο, που είδαν και άκουσαν στους γάμους και στα πανηγύρια, αναφέρουμε ενδεικτικά τους παρακάτω στίχους....«λαλεί καλογραία», της οποίας την πάλαι σεμνοπρέπειαν σφόδρα ηρέθισεν ή γλυκυφώνος διαβάτου τίνος μουσική»:


Άμε σταυρέ μου στο καλό, ράσο μου στ' Άγιον Όρος, 
Kαι συ κομποσχοινάκι μου, άμε στ' Άγιον Τάφον. 
Κι εγώ θα πα να παντρευθώ, να πάρω παλληκάρι 
Να πάρω τον τραγουδιστή, τον πρώτον τσαμπουνάρη. 


Το ρήμα τσαμπουνίζω σε δεκαπεντασύλλαβους: «τι ένε, σκύλε, το λαλείς, τι έν το τσαμπουνίζεις;», «φλυαρόκοπε λαγωέ, τι έν το τσαμπουνίζεις;», «και γαρ αν ήτον βασιλεύς, καθώς και τζαμπουνίζει»,
«τι τσαμπουνίζεις γάδαρε, και τι στραβοκωλίζεις;».



Α' ΜΕΡΟΣ: ΤΣΑΜΠΟΥΝΑ 


Εκτός από την γενική ονομασία τσαμπούνα, ο τύπος αυτού του ασκαύλου λέγεται επίσης και: σαμπούνα ή τσαμούντα (Άνδρος, Τήνος, Μύκονος), τσαμπουνάσκιο (Νάξος), τσαμπουνοφυλάκα (Ικαρία), ασκοτσάμπουνο, σκορτσάμπουνο και κλωτσοτσάμπουνο (Κεφαλλονιά), μοσκοτσάμπουνο ή διπλοσάμπουνο (Μάνη), ασκομαντούρα, ασκομπαντούρα και φλασκομαντούρα (Κρήτη). Επίσης αγγείον, ή αγκοπόν, τουλούμ ζουρνάς και γκάϊντα (από τους Έλληνες του Πόντου), κάιντα (Σίφνος), σαμπούνια (Σύρος, Κύμη), ασκοζαμπούνα ( Αίνος), ασκαύλι, ασκοτσάμπουνο, τουλούμι, ασκάκι, ασκοτζαμπούρνα και άλλες πολλές. 

 Η νησιωτική τσαμπούνα κατασκευάζεται κατά κανόνα από εκείνον που την παίζει, τον τσαμπουνιστή ή τσαμπουνάρη και τσαμπουνιάρη, σε διάφορα μεγέθη. 


Αποτελείται από το ασκί, το επιστόμιο και την συσκευή για την παραγωγή του ήχου. Για το ασκί, το οποίο λέγεται και τουλούμι, αγγείον ή πόστ (Πόντος), δερμάτι (Ικαρία, Σάμος), φυλάκι (Κύθνος), θυλακούρι κτλ χρησιμοποιούν συνήθως το δέρμα της κατσίκας ή ριφιού και σπάνια προβάτου. Το δέρμα όμως πρέπει να είναι ολόκληρο και όχι σκισμένο στο λαιμό ή άλλο μέρος, όπως συνήθως γίνεται όταν σφάζεται ένα ζώο για το κρέας του. Το νωπό αυτό δέρμα, η βύρσα, όπως λέγεται, δέχεται μια ειδική κατεργασία για να μη σαπίσει και για να είναι μαλακό και άσπρο όταν ξεραθεί. Νωπό όπως είναι, κι έπειτα από ένα πρόχειρο πλύσιμο με νερό, αλατίζουν, όχι το τριχωτό μέρος του δέρματος, αλλά το εσωτερικό του, την επιφάνεια δηλαδή προς την σάρκα, με αλάτι. Το τυλίγουν και το αφήνουν από τρεις έως δεκαπέντε ημέρες «για να συμποτίζεται απ΄ το αλάτι και να ψηθεί» όπως λένε στους Φούρνους της Ικαρίας.
Πολλοί τσαμπουνάρηδες μαζί με το αλάτι συνηθίζουν να βάζουν και στύψη, που μαζεύει, δηλαδή σφίγγει το δέρμα, ενώ παράλληλα το ασπρίζει και το κρατάει μαλακό. Σε ορισμένα νησιά, εκτός από το αλάτισμα συναντάμε και άλλους τρόπους κατεργασίας. Έπειτα κόβουν με ψαλίδι την τρίχα του δέρματος αφήνοντας 1-1,5 εκατοστά μήκος. Το κοντό αυτό μαλλί βοηθάει να μείνουν κλειστοί οι πόροι του δέρματος ενώ παράλληλα συγκρατεί το χνότο και το σάλιο τα οποία μαζεύονται μέσα στο ασκί με το φύσημα του τσαμπουνάρη και τα εμποδίζει να προχωρήσουν και να προσβάλλουν τα γλωσσίδια που δημιουργούν τον ήχο, να τα μαλακώσουν δηλαδή με την υγρασία τους και να τα «ξεκουρδίσουν». Μετά την κατεργασία (αλάτισμα και στύψη) κι αφού στεγνώσει το δέρμα- κρεμασμένο συνήθως στην ύπαιθρο, με το τριχωτό μέρος από μέσα - το βρέχουν με θαλασσινό νερό ή το τρίβουν, με υπομονή, σε ένα στρογγυλό και λείο ξύλο για να δουλευτεί και να «μαλακώσει». Στην συνέχεια γυρίζουν το δέρμα στην φυσική του θέση, κόβουν και πετούν το πίσω μέρος του δέρματος (πόδια, οπίσθια και ουρά) και το κλείνουν δένοντας το σφιχτά, με κερωμένο σπάγκο ώστε «όταν ξεραθεί και φυράνει, να μη χάνει, να μη φεύγει η φυσά». Αναποδογυρίζουν τέλος το δέρμα και βγάζουν τον λαιμό από το άνοιγμα του ενός ποδιού, τον δένουν γερά, όπως το πίσω μέρος του δέρματος, και τον τραβούν μέσα.

Το επιστόμιο είναι ένας κυλινδρικός ή κωνικός σωλήνας ο οποίος φτιάχνεται από καλάμι, διάφορα ξύλα ή και κόκκαλο από πόδι όρνιου. Στο άκρο του σωλήνα που είναι μέσα στο ασκί δένουν ένα στρογγυλό πετσάκι- παλιότερα χρησιμοποιούσαν κρεμμυδόφυλλα- που λειτουργεί ως βαλβίδα και εμποδίζει την έξοδο του αέρα από το ασκί. Σε ορισμένα νησιά όπως στην Ικαρία, την Σάμο κ.α., επιτηδεύονται ιδιαίτερα το επιστόμιο της τσαμπούνας. Σε ένα κλωνάρι πικροδάφνης, από το οποίο έχουν αφαιρέσει την ψύχα (εντεριώνη), χώνουν ένα λεπτό καλάμι. Τα δυο αυτά μαζί τα προσαρμόζουν μετά σε μια ξύλινη υποδοχή και δένουν τελικά στο ένα πόδι του δέρματος. Την δερμάτινη βαλβίδα την καρφώνουν συνήθως με ξύλινα προκάκια που δεν σκουριάζουν. Στις τσαμπούνες που δεν έχουν βαλβίδα, ο τσαμπουνάρης, όταν σταματά να φυσά για να ξεκουραστεί, κλείνει το άνοιγμα του επιστομίου με την γλώσσα του ή ακουμπάει το επιστόμιο στο μάγουλο του για να μη ξεφουσκώσει το ασκί. Το επιστόμιο φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από 6 έως 18 εκατοστά. Λέγεται συνήθως φυσητήρι αλλά και φυσερό ή πομπόλι (Ικαρία), στομωτήρα (Πόντος), σιφούνι (Σάμος), μασούρι (Κύθνος).Και την βαλβίδα την συναντάμε επίσης με διάφορα ονόματα όπως πετσί (Κω), τσιφούσκι (Κύθνος), σούστα (Κάλυμνος) κ.α. 

Η συσκευή για την παραγωγή του ήχου αποτελείται από μιαν αυλακωτή βάση, μέσα στην οποία είναι τοποθετημένοι δυο καλαμένιοι αυλοί με μονό επικρουστικό γλωσσίδι, τύπου κλαρινέτου, η οποία καταλήγει σε χοάνη. Άλλοτε μικρότερη και άλλοτε μεγαλύτερη η χοάνη δεν αποτελεί πάντα συνέχεια της αυλακωτής βάσης. Συχνά είναι πρόσθετη: ένα κέρατο ζώου, στερεωμένο στο ένα άκρο και δεμένο με σπάγκο στο άλλο άκρο, εκεί όπου η αυλακωτή βάση ενώνεται με το ασκί. Η αυλακωτή βάση είναι ανοικτή μπροστά, με χαμηλές τις δυο πλαινές πλευρές της, για να αφήνει ελεύθερα τα δάκτυλα να χειρίζονται τις τρύπες στους δυο αυλούς. Πίσω είναι κλειστή εκτός από το επάνω μέρος με τα δυο γλωσσίδια. Φτιάχνεται από διάφορα ξύλα όπως σφεντάμι, πικροδάφνη, φασκομηλιά, ελιά, κέδρο κ.α. Λέγεται μάρτα ή μάρθα (Δωδεκάνησα), αφουκλάρι (Νάξος), ποταμός και βάθρα (Ικαρία), τσαμπουνοκαύκαλο (Κάρπαθος). Σε πολλά νησιά, το ξύλο που διαλέγουν για την αυλακωτή βάση το τοποθετούν μέσα σε κοπριά ζώου (συνήθως κατσίκας) ή το αφήνουν σε σκιερό μέρος για να ξεραθεί και έπειτα το δουλεύουν. Το μήκος της ποικίλει από 20-30 εκατοστά. Οι δυο αυλοί, τύπου κλαρινέτου, φτιάχνονται από δυο κομμάτια καλάμι. Το ένα, το μακρύτερο και ανοικτό στα δυο του άκρα, έχει τις τρύπες για τα δάκτυλα. Το άλλο, πιο κοντό και με μικρότερη διάμετρο, είναι ανοικτό στο ένα άκρο, ενώ στο άλλο άκρο που είναι κλειστό έχει το γλωσσίδι. Κάθε αυλός έχει συνήθως πέντε τρύπες. Σε ορισμένα νησιά όμως ενώ ο αριστερός αυλός έχει πάντα πέντε τρύπες, ο δεξιός έχει άλλοτε μία (Κάρπαθος, Κώς, Πάτμος) και άλλοτε τρεις (Φούρνοι Ικαρίας, Αστυπάλαια). 

Οι τσαμπουνάρηδες, αφού προσαρμόσουν τους καλαμένιους σωλήνες στην αυλακωτή βάση, κλείνουν με καθαρό κερί ή πρόπολη γύρω γύρω τα κενά, ιδιαιτέρως δε στο μέρος που μπαίνει μέσα στο ασκί, στερεώνοντας έτσι τους σωλήνες στην βάση και εμποδίζουν «να ξεθυμαίνει ο αέρας». Οι καλαμένιοι σωλήνες λέγονται συνήθως μπιμπικομάνες. Λέγονται όμως και χαμπιόλια και στημόνια (Κρήτη), μάνες (Σύμη), λάμνες (Κάλυμνος) κ.α. Τα γλωσσίδια στους δυο αυλούς είναι πάντα η μεγάλη έγνοια του τσαμπουνάρη. Το φτιάξιμο τους απαιτεί υπομονή, μεράκι και πείρα. Από την καλή λειτουργία τους εξαρτάται η καλή λειτουργία της τσαμπούνας. Οι μικροί καλαμένιοι σωλήνες με τα γλωσσίδια 4-6,5 εκατοστά μήκος και διάμετρο από 7- 10 χιλιοστά λέγονται στα περισσότερα νησιά μπιμπίκια ή τσαμπούνια. Το γλωσσίδι ή φτερούλα ή τσαμπί κόβεται συνήθως από κάτω προς τα πάνω, με την βάση δηλαδή του γλωσσιδίου κοντά στον κόμπο του καλαμιού. Τα μπιμπίκια τα «τηγανίζουν» με λίγο λάδι «ψήνονται και βγάζουν καλή φωνή» λένε. Τα αφήνουν τόσο πάνω στην φωτιά, μέσα σε ένα μικρό τηγάνι, όσο να κοκκινίσουν λίγο. Με αυτό τον τρόπο στεγνώνουν καλά, ξεραίνονται και δεν επηρεάζονται μετά από την υγρασία του αέρα και το χνότο του τσαμπουνάρη μέσα στο ασκί.


ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ 

Η τσαμπούνα παίζεται με το ασκί κρατημένο συνήθως κάτω από την αριστερή μασχάλη και ο τσαμπουνάρης παίρνει αναπνοή με το διάφραγμα και όχι με το στήθος, γι' αυτό μπορεί να φυσάει πολλές ώρες χωρίς να κουράζεται. Η πίεση του αέρα στα γλωσσίδια γίνεται με το φύσημα από το επιστόμιο και με το σφίξιμο του ασκιού που κάνει ο τσαμπουνάρης με το αριστερό μπράτσο του. Όταν ο τσαμπουνάρης σταματάει προσωρινά το φύσημα, για να μην ελαττωθεί η πίεση του αέρα πιέζει περισσότερο το ασκί με το αριστερό μπράτσο του και την πίεση αυτή την χαλαρώνει μόλις αρχίσει και πάλι να φυσάει. Χάρη στην ισόρροπη αυτή πίεση κατορθώνει να κρατάει σταθερή την πίεση του αέρα στα γλωσσίδια και μαζί σταθερό το ύψος των φθόγγων που δίνει η τσαμπούνα του. 


Η συνηθισμένη θέση των δακτύλων πάνω στους αυλούς είναι: ο δείκτης και ο μέσος του αριστερού χεριού στις δυο πρώτες τρύπες και ο δείκτης, ο μέσος και ο παράμεσος του δεξιού χεριού, στις υπόλοιπες τρύπες. Κάθε δάκτυλο πατάει και τους δυο παράλληλους αυλούς. Την ώρα του παιξίματος ο τσαμπουνάρης σαλιώνει πότε πότε μ' ένα δάκτυλο τους δυο καλαμένιους σωλήνες των αυλών, για να κολλούν καλά τα δάκτυλα στις τρύπες και να «μην γκρινιάζει η τσαμπούνα». Το παίξιμο της τσαμπούνας, όπως άλλωστε και κάθε μονοφωνικού μελωδικού οργάνου, χαρακτηρίζεται από τα στολίδια με τα οποία ο τσαμπουνάρης καλλωπίζει διαρκώς την μελωδία. Στην τσαμπούνα τα στολίδια αυτά είναι κυρίως οι γρήγορες μικρές νότες - οι αποτζατούρες της δυτικής μουσικής- και το τσάκισμα της φωνής - το mordente - όπου μια νότα της μελωδίας επαναλαμβάνεται γρήγορα αφού προηγηθεί η αμέσως υψηλότερη ή χαμηλότερη από αυτήν νότα.

 Παράλληλα με τα μελωδικά στολίδια, ο καλός τσαμπουνάρης κλείνοντας την μια μόνον από τις δυο απέναντι τρύπες, πότε του ενός και πότε του άλλου, πετυχαίνει ένα ιδιότυπο πολυφωνικό άκουσμα. Οι συνηχήσεις αυτές (διαστήματα δεύτερης, τρίτης έως και έκτης) δεν αναιρούν βεβαίως τον μονοφωνικό χαρακτήρα του οργάνου. Συμβάλλουν ωστόσο, μαζί με την χροιά του ήχου του, στην ηχητική φυσιογνωμία της νησιωτικής τσαμπούνας. Στην ηχητική φυσιογνωμία της συμβάλλει ακόμα και κάτι άλλο. Στις τσαμπούνες με 5 τρύπες σε κάθε αυλό, ακόμα και στις πιο καλά «ταιριασμένες», οι υψηλοί φθόγγοι παρουσιάζουν συχνά μια μικρή διαφορά στην οξύτητα ανάμεσα στις δυο απέναντι τρύπες που δίνουν τον ίδιο φθόγγο. Η διαφορά αυτή, αδιανόητη στο χώρο της έντεχνης δυτικής μουσικής, στο παίξιμο ενός λαϊκού μουσικού οργάνου αποτελεί ένα πρόσθετο ηχητικό χαρακτηριστικό.

Τα διαστήματα της κλίμακας που δίνει η τσαμπούνα - διαστήματα της φυσικής και όχι της συγκερασμένης κλίμακας στους παλιότερους τσαμπουνιστές είναι: δύο τόνοι, ένα ημιτόνιο, δύο τόνοι. Το ύψος της τονικής στην κλίμακα των έξι αυτών φθόγγων δεν είναι σταθερό, αλλά εξαρτάται από το μέγεθος που έχουν τα μπιμπίκια σε κάθε τσαμπούνα. Το παίξιμο της τσαμπούνας επηρεάζεται πολύ από τις καιρικές συνθήκες. Η υγρασία και οι νότιοι άνεμοι μαζί με το χνότο και τον αέρα μέσα στο ασκί υγραίνουν υπερβολικά τα γλωσσίδια, με αποτέλεσμα ν' αλλοιώνεται κάποτε η ποιότητα του ήχου ή ακόμα και να στομώνει ο ήχος. Οι βοριάδες, αντίθετα, είναι ο καλύτερος καιρός για τον τσαμπουνιάρη. Ανάλογη επίδραση έχει και το πολύωρο παίξιμο. Τα γλωσσίδια - ιδιαίτερα όσα δεν έχουν καλή προετοιμασία -υγραίνονται πολύ, βαραίνουν και ο τόνος πέφτει. 


Οι τσαμπουνάρηδες είναι ντόπιοι τσοπάνηδες, αγρότες ή και ψαράδες, οι οποίοι παίζουν παράλληλα και τσαμπούνα. Η τσαμπούνα αποτελεί το κατεξοχήν λαϊκό όργανο που συνόδευε και συνοδεύει τον χορό και το τραγούδι στον γάμο, τα βαπτίσια και τα πανηγύρια. Σε διάφορα νησιά συνοδεύει και τα κάλαντα. Παίζεται μόνη της αλλά και με άλλα όργανα. Σε άλλα νησιά την συνοδεύει το τουμπάκι (Νάξος, Μύκονος κ.α) και σε άλλα το λαούτο (Κύθνος). Επίσης στην Κρήτη και την Κω παίζουν τσαμπούνα με λύρα, τα λυροτσάμπουνα, ενώ στην Ζαρώ του Ηρακλείου Κρήτης συναντάμε ασκομαντούρα με συνοδεία κομπολογιού. 

Αυτή είναι η τσαμπούνα. «Σαν τουλούμι από προβιά. Το έφτιαχναν από ριφάκι και είχεν αμπροστά ένα κέρατο, με το συμπάθιο, σαν το βουγδί, και μέσα καλαμάκια και των εκάμανε τρύπφες και εκεί δα βρίσκανε τις φωνές με τα χέρια», όπως τόσο παραστατικά περιγράφει γνωστός τσαμπουνάρης από την Σίφνο.